Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Δεν προσκρούει στην ΕΣΔΑ η διετής παραγραφή των αξιώσεων των υπαλλήλων ΝΠΔΔ κατά των εν λόγω νομ.προσώπων

Με την από 3-10-2013 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), επί της προσφυγής Γιαβή κατά Ελλάδας (αριθμ. προσφ. 25816/09) έγινε δεκτό ότι η εφαρμογή από τα εθνικά δικαστήρια των διατάξεων που προβλέπουν διετή παραγραφή των αξιώσεων των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. κατά των εν λόγω νομικών προσώπων (άρθρο 48 παρ. 3 του ν.δ. 497/1974), δεν παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που εγγυάται το δικαίωμα στην περιουσία, σε συνδυασμό με το άρθρο 14 της Ε.Σ.Δ.Α., που απαγορεύει τις διακρίσεις. Ειδικότερα, το Ε.Δ.Δ.Α. έλαβε υπόψη του τις κρίσεις του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας, αναφορικά με το δημόσιο συμφέρον που εξυπηρετούν οι διατάξεις που καθιερώνουν διετή παραγραφή των αξιώσεων των δημοσίων υπαλλήλων και των ν.π.δ.δ. (βλ. ιδίως παρ. 48 της απόφασης).
Περαιτέρω, το Ε.Δ.Δ.Α έκρινε ότι τα στοιχεία που προσκόμισε η Κυβέρνηση δείχνουν τον απρόβλεπτο χαρακτήρα που θα μπορούσαν να έχουν, για τα νομικά πρόσωπα, αξιώσεις που ασκούνται πολλά χρόνια μετά τη γέννησή τους, καθώς και τις αρνητικές επιπτώσεις τέτοιων αξιώσεων στον προϋπολογισμό τους (βλ. ιδίως παρ. 49 της απόφασης). Το Ε.Δ.Δ.Α. σημείωσε ότι η ρύθμιση του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 497/1974 δεν συνιστά μία εξαίρεση στο αστικό ή το εργατικό δίκαιο, αλλά μία ρύθμιση που αφορά μία μεγάλη κατηγορία αξιώσεων σε ολόκληρη την κλίμακα της δημόσιας υπηρεσίας. Έλαβε, επίσης, υπόψη την ειδική κατάσταση και το διαφορετικό νομικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων σε σχέση με αυτούς του ιδιωτικού τομέα, σημειώνοντας και τη σχετική κρίση του Α.Ε.Δ. (βλ. ιδίως παρ. 50 της απόφασης). To E.Δ.Δ.Α. δέχθηκε ότι μία διετής προθεσμία παραγραφής δεν περιορίζει υπερβολικά τη δυνατότητα για τους δημοσίους υπαλλήλους να διεκδικήσουν δικαστικά τους μισθούς και τα επιδόματα που τους οφείλονται από τη Διοίκηση (βλ. παρ. 51 της απόφασης).
Τέλος, αναφορικά με το ζήτημα της διαφοροποίησης της μεταχείρισης μεταξύ των δημοσίων υπαλλήλων από το ένα μέρος και των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, καθώς και των υπολοίπων δανειστών του Κράτους από το άλλο, το Ε.Δ.Δ.Α. δέχθηκε ότι πρόκειται για μη συγκρίσιμες καταστάσεις (βλ. ιδίως παρ. 52 της απόφασης). Υπό το φως των ανωτέρω, το Ε.Δ.Δ.Α. διαπίστωσε ότι η εφαρμογή της ανωτέρω διετούς παραγραφής από τα εθνικά δικαστήρια δεν διέσπασε τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ της προστασίας της περιουσίας και των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος (βλ. παρ. 53 της απόφασης), καταλήγοντας σε αντίθετη κρίση από την προγενέστερη απόφαση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας Νο 2 (αριθμ. προσφ.36963/06, της 25-6-2009), με την οποία είχε διαπιστώσει παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου, από την εφαρμογή της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/95 διετούς παραγραφής. Η ανωτέρω απόφαση βρίσκεται δημοσιευμένη στο site του ΕΔΔΑ, στην ηλεκτρονική διεύθυνση:
http://hudoc.echr.coe.int/sites/eng/Pages/search.aspx#{"fulltext":["GIAVI"],"documentcollectionid2":["GRANDCHAMBER","CHAMBER"],"itemid":["001-126547"]} Πηγή: http://www.nsk.gov.gr/webnsk/
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Θα διαπραγματευτούν την άρση μονιμότητας στο Δημόσιο

Την άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων εισηγείται στην έκθεσή του ο ΟΟΣΑ και πιθανώς το θέμα αυτό συζητήθηκε κατά τις συναντήσεις που είχε χθες στην Αθήνα ο γενικός γραμματέας του Οργανισμού Ανχελ Γκουρία.
Η έκθεση αναφέρεται αναλυτικά σε θέματα γύρω από τη δημόσια διοίκηση και καλεί την ελληνική κυβέρνηση να εξετάσει αλλαγή στο καθεστώς εργασίας που ισχύει στον δημόσιο τομέα, τουλάχιστον για τους νεοπρο-σλαμβανόμενους. Η εισήγηση του οργανισμού είναι οι προσλήψεις στο Δημόσιο να γίνονται με συμβάσεις αορίστου χρόνου κατά τα πρότυπα του ιδιωτικού τομέα. Το ζήτημα είχε τεθεί στην έκθεση του Οργανισμού το 2011 και τώρα επανέρχεται με πιο εμφατικό τρόπο.
Κατά τα άλλα, η έκθεση επισημαίνει πρόοδο στοντρόπο λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, σημειώνοντας την ανάγκη για «περαιτέρω ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης, μέσω της ανάπτυξης της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και την αξιολόγηση της αποδοτικότητας των υπαλλήλων με “καθαρά” και “αντικειμενικά” κριτήρια».
Ως προς την επιδιωκόμενη συρρίκνωση, αλλά και την αναδιάρθρωση του Δημοσίου, επισημαίνεται ότι ο στόχος επιτυγχάνεται για τη διετία 2011-2015, που εκτιμάται ότι θα υπάρξουν περίπου 150.000 αποχωρήσεις, κυρίως λόγω συνταξιοδοτήσεων. Επιπλέον, γίνεται αναφορά στο πρόγραμμα της κινητικότητας, αλλά και στις 15.000 απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων μέχρι το τέλος του 2014. Περαιτέρω, η έκθεση αναφέρεται στην επιτευχθείσα μείωση κατά 20% των μισθολογικών δαπανών σε όλο το φάσμα του Δημοσίου, αλλά και στην προσπάθεια μείωσης των διοικητικών βαρών προκειμένου να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα και η επιχειρηματικότητα, αλλά και να μειωθεί η γραφειοκρατία.
Για να δείτε την έκθεση πατήστε εδώ
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Ημερίδα με θέμα ''Κρίση και Υγεία στη Μεσσηνία''

Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Υποχρέωση γνωστοποίησης ποινικής δίωξης υπαλλήλου στην προϊστάμενη αρχή σύμφωνα με τροποποίηση του Υπαλληλικού Κώδικα

Με το άρθρο 19 του ψηφισθέντος νόμου "Ρυθμίσεις Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και άλλες διατάξεις" επέρχεται τροποποίηση του άρθρου 114 του Υπαλληλικού Κώδικα. Η παράγραφος 6 του άρθρου 114 του Κώδικα Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007 όπως ισχύει), αντικαθίσταται ως εξής: «6. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών έχει υποχρέωση να ανακοινώνει αμέσως στην προϊσταμένη αρχή του υπαλλήλου κάθε ποινική δίωξη που ασκείται κατ' αυτού. Ο Γραμματέας του Δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου υποχρεούται να ανακοινώνει αμέσως στην ίδια αρχή τα παραπεμπτικά ή απαλλακτικά βουλεύματα σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας καθώς και τις εκδιδόμενες σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, καταδικαστικές ή αθωωτικές αποφάσεις κατά του υπαλλήλου. Σε περίπτωση εγκλεισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα, ο διευθυντής φυλακών γνωστοποιεί τούτο, χωρίς καθυστέρηση, στην προϊστάμενη αρχή του υπαλλήλου. Με την επιφύλαξη των καταδικαστικών αποφάσεων όπου η άσκηση της πειθαρχικής δίωξης είναι υποχρεωτική, τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα οφείλουν εντός είκοσι (20) ημερών μετά την ως άνω ενημέρωση τους να αποφαίνονται αιτιολογημένα για την άσκηση ή μη πειθαρχικής δίωξης σε βάρος του υπαλλήλου.» Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Οι εργαζόμενοι σε υπολογιστή δικαιούνται 15λεπτα διαλείμματα ανά δίωρο

Διάλειμμα διάρκειας 15λεπτών κάθε δύο ώρες έχουν όσοι εργάζονται μπροστά στην οθόνη υπολογιστή, έκρινε με απόφασή του το Εργατικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, ερμηνεύοντας την ισχύουσα νομοθεσία. Σύμφωνα με την απόφαση, ωστόσο, ο χρόνος των διαλειμμάτων στους εργαζόμενους δεν μπορεί να αθροίζεται, ενώ τα διαλλείματα θα πρέπει να χορηγούνται κατόπιν διαβουλεύσεων μεταξύ της εργοδοσίας και των εργαζομένων.
Η υπόθεση που απασχόλησε τον Άρειο Πάγο αφορά σε εκδότη εισιτηρίων στα ΚΤΕΛ του νομού Μαγνησίας, ο οποίος κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην εργασία του χρησιμοποιούσε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ο εν λόγω υπάλληλος ζητούσε με προσφυγές στη Δικαιοσύνη να αποζημιωθεί για τις ώρες των διαλειμμάτων που δεν έλαβε, παρά τη νομοθετική πρόβλεψη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού του εργοδότη (ΚΤΕΛ) αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη. Στις προσφυγές του ενώπιον της δικαιοσύνης, ο υπάλληλος επικαλούνταν το ΠΔ 398/1994 και την διαιτητική απόφαση 9/1997, η οποία καθορίζει τους όρους αμοιβής και εργασίας των απασχολουμένων στα ΚΤΕΛ.
Το Εργατικό Τμήμα του Αρείου Πάγου με την υπ. αριθμόν 85/2013 απόφασή του απέρριψε την αίτησή του, καθώς στην επίμαχη διαιτητική απόφαση δεν αναφέρεται εάν έχει γίνει αποδοχή της υποχρέωσης του ΚΤΕΛ για τη χορήγηση του διαλείμματος, κάτι που αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγησή του.
Ωστόσο, δέχθηκε ότι οι εργαζόμενοι μπροστά σε οθόνες ηλεκτρονικού υπολογιστή, δικαιούνται διάλειμμα ανά δίωρο διάρκειας 15 λεπτών, όπως αναφέρει και η Ευρωπαϊκή οδηγία 90/270/ΕΟΚ, η οποία επικυρώθηκε από την Ελλάδα με το Προεδρικό Διάταγμα 398/1994 που αφορά τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας κατά την εργασία με οθόνες οπτικής απεικόνισης.
Σύμφωνα, ωστόσο, με την αρεοπαγίτικη απόφαση η χορήγηση του επίμαχου διαλείμματος «υλοποιείται μετά από διαβουλεύσεις μεταξύ της εργοδοσίας και των εργαζομένων, δεδομένου ότι η οδηγία 90/270/ΕΟΚ δεν περιέχει διατάξεις δεκτικής άμεσης εφαρμογής, παρέχει μόνο γενικές κατευθύνσεις προς τα κράτη-μέλη, υποχρεούμενα να συμμορφωθούν και να εξειδικεύσουν το περιεχόμενο της».

Πηγή: http://www.protothema.gr/
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Συνέντευξη του μέλους του Δ.Σ της Ο.Σ.Υ.Α.Π.Ε. Γιώργου Κυριακόπουλου στην εκπομπή του Γιώργου Ψάλτη στον Alpha 989 για τα ΚΤΕΟ

Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Δελτίο Διεθνών και Ευρωπαϊκών Θεμάτων και Αναπτυξιακού Σχεδιασμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης

Δελτίο Διεθνών και Ευρωπαϊκών Θεμάτων και Αναπτυξιακού Σχεδιασμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης

Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Εξετάσεις για την απόκτηση πτυχίου Ραδιοερασιτέχνη Κατηγορίας 1 και Εισαγωγικού Επιπέδου

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ
ΠΕΡΙΦ. ΕΝΟΤΗΤΑ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ
Δ/ΝΣΗ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ & ΕΠΙΚ/ΝΙΩΝ
ΤΕΧΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
Την Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013, θα πραγματοποιηθούν οι εξετάσεις για την απόκτηση πτυχίου Ραδιοερασιτέχνη Κατηγορίας 1 και Εισαγωγικού Επιπέδου. Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να προσέλθουν στη Δ/νση Μεταφορών & Επικοινωνιών, προκειμένου να καταθέσουν τις αιτήσεις τους. Οι αιτήσεις θα γίνονται δεκτές έως και την Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013.

Εκ της Διευθύνσεως
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Ο μισθολογικός χάρτης της Ευρώπης - Από τους πλέον χαμηλά αμειβόμενους οι Ελληνες

Μαζί με την Πορτογαλία και την Πολωνία η χώρας μας κατατάσσεται στις χώρες με τους πιο χαμηλούς κατώτατους μισθούς όπως προκύπτει από το σχετικό αναλυτικό πίνακα της εφημερίδας Le Monde που κατάρτισε με αφορμή την απόφαση της Γερμανίας για θέσπιση μηνιαίου κατώτατου μισθού.
«Ο όμιλος των επτά κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης που δεν έχουν υιοθετήσει το θεσμό του κατώτατου μισθού πρόκειται να χάσει ένα διακεκριμένο μέλος, τη Γερμανία», σημειώνει η «Le Monde» σε δημοσιεύμά της την Παρασκευή μια μέρα αφότου η Γερμανίδα καγκελάριος εξήγγειλε ότι και η δική της χώρα θα θεσπίσει όριο κατώτατου μισθού.. Για την ώρα οι 21 από τις 28 χώρες-μέλη της ΕΕ έχουν θεσπίσει κατώτατο μισθό. Οι επτά χώρες που δεν έχουν θεσπίσει είναι η Γερμανία, η Δανία, η Φινλανδία, η Σουηδία, η Αυστρία, η Ιταλία και η Κύπρος.
Από τον πανευρωπαϊκό μισθολογικό πίνακα που δημοσιεύει η «Le Monde», προκύπτει ότι οι διαφορές στους κατώτατους μηνιαίους μισθούς από χώρα σε χώρα της ΕΕ είναι τεράστιες καθώς oι κατώτατοι μισθοί έχουν ως εξής:

Λουξεμβούργο 1.874 ευρώ
Βέλγιο 1.502 ευρώ
Ολλανδία 1.478 ευρώ
Ιρλανδία 1.462 ευρώ
Γαλλία 1.430 ευρώ
Βρετανία 1.190 ευρώ
Ισπανία 645 ευρώ
Ελλάδα 586 ευρώ
Πορτογαλία 485 ευρώ
Πολωνία 383 ευρώ
Βουλγαρία 159 ευρώ
v Παρατηρούμε λοιπόν ότι η Βουλγαρία με μόλις 159 ευρώ το μήνα, είναι η χώρα με τον χαμηλότερο κατώτατο μισθό, ενώ το Λουξεμβούργο με 1.874 ευρώ είναι η χώρα με τον υψηλότερο κατώτατο μισθό.
Τα 159 ευρώ στη Βουλγαρία, όμως, επειδή το κόστος ζωής είναι χαμηλό, έχουν ουσιαστικά αγοραστική δύναμη 324 ευρώ, ενώ από την άλλη πλευρά τα 1.874 ευρώ που λαμβάνει ο χαμηλόμισθος Λουξεμβούργιος αντιστοιχούν ουσιαστικά σε 1.539 ευρώ, διότι στη χώρα του η ζωή είναι πανάκριβη.
Οσον αφορά το μισθό στην Ελλάδα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η Εurostat αναφέρει ως κατώτατο μισθό τα 684 ευρώ (η αγοραστική αξία του οποίου, όπως αναφέρει η επίσημη Στατιστική Υπηρεσία της ΕΕ, αντιστοιχεί σε 736 ευρώ) καθώς για να βρει το ποσό που λαμβάνει ο κατώτατα αμοιβόμενος Ελληνας εργαζόμενος μηνιαίως υπολογίζει και τους δύο μισθούς που λαμβάνει κατά τη διάρκεια του έτους ως δώρο. Ετσι πολλαπλασιάζει τον κατώτατο μισθό επί 14 και διαιρεί διά 12, προκειμένου να τους υπολογίσει επί δωδεκαμήνου βάσεως.
Στον χάρτη της η Le Monde περιλαμβάνει και τον κατώτατο μισθό της Τουρκίας παρότι δεν είναι μέλος της ΕΕ. Οπως προκύπτει ο κατώτατα αμειβόμενος εργαζόμενος στην Τουρκία λαμβάνει 405 ευρώ.
Συνοπτικά, στο κλαμπ των χωρών όπου ο κατώτατος μισθός είναι άνω των 1.000 ευρώ ανήκουν οι εξής χώρες: Λουξεμβούργο, Ολανδία, Βέλγιο, Γαλλία, Ιρλανδία, Μεγάλη Βρετανία . Στο κλαμπ των χωρών όπου ο κατώτατος μισθός κυμαίνεται μεταξύ 500 και 1.000 ευρώ ανήκουν η Ισπανία, η Σλοβενία, η Ελλάδα και η Πορτογαλία. Κάτω από 500 ευρώ είναι ο κατώτατος μισθός στις εξής χώρες: Πολωνία, Εσθονία, Σλοβακία, Ουγγαρία, Κροατία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Λετονία, Λιθουανία και Τσεχία.
Σημειώνεται ότι στον πίνακα ο πρώτος αριθμός που αναγράφεται είναι ο κατώτατος μηνιαίος μισθός σε κάθε χώρα (συμπεριλαμβανομένης και της Τουρκίας, που δεν μετέχει στην ΕΕ) και μετά την κάθετο αναγράφεται πιο αχνά ο μισθός ανάλογα με την αγοραστική δύναμη των πολιτών σε κάθε χώρα.

Πηγή: http://www.iefimerida.gr
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Στις περιφέρειες 42 εκατ. ευρώ για τη μεταφορά μαθητών

Στην έγκριση της επιχορήγησης των Περιφερειών της Χώρας από τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους έτους 2013, συνολικού ποσού 42 εκατ. ευρώ, για την κάλυψη δαπανών μεταφοράς μαθητών προχωρεί το υπουργείο Εσωτερικών. Το συγκεκριμένο ποσό κατανέμεται από το λογαριασμό του υπουργείου στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων με τον τίτλο «Κεντρικοί Αυτοτελείς Πόροι των Περιφερειών». Το ποσό αποτελεί έναντι της συνολικής τους δαπάνης για το σχολικό έτος 2012-2013. Αναλυτικά η απόφαση κατανομής. Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Συνέδριο ΑΔΕΔΥ

Σας γνωστοποιούμε ότι από την Τετάρτη, 27/11/2013 έως την Παρασκευή 29/11/2013, πραγματοποιείται το 35ο Τακτικό Συνέδριο της Α.Δ.Ε.Δ.Υ. στο Ξενοδοχείο NOVOTEL (Μιχ. Βόδα 4-6).
To Συνέδριο της Α.Δ.Ε.Δ.Υ. πραγματοποιείται σε μια συγκυρία που:

1. Οι αντοχές της χειμαζόμενης ελληνικής κοινωνίας, από την οικονομική κρίση και τις ασκούμενες πολιτικές, εξακολουθούν να δοκιμάζονται μπροστά στην αναλγησία όλων εκείνων που επιμένουν να αναπαράγουν την ίδια αντικοινωνική και αδιέξοδη μνημονιακή πολιτική.
2. Η «επίθεση», που προωθείται σε εφαρμογή του μνημονίου, από την Κυβέρνηση και την Τρόικα, σε βάρος του Δημοσίου συνολικά και των Δημοσίων Υπαλλήλων ειδικότερα, βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη (διαθεσιμότητα-κινητικότητα – απολύσεις, καταργήσεις – συγχωνεύσεις δομών του Δημοσίου, κατάργηση κοινωνικών αγαθών και υπηρεσιών).

Το Συνέδριο αρχίζει τις πολιτικοσυνδικαλιστικές του εργασίες με τις εισηγήσεις της Απερχόμενης Διοίκησης την Τετάρτη 27/11/2013 και ώρα 13.00.
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Τροποποίηση της αριθ. 38900/2-10-2013 Απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών "Συγκρότηση των Πειθαρχικών Συμβουλίων στις Περιφέρειες"

Τροποποίηση της αριθ. 38900/2-10-2013 Απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών "Συγκρότηση των Πειθαρχικών Συμ...

Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Το δικαίωμα της απεργίας, οι προϋποθέσεις άσκησης του και περιπτώσεις παράνομης & καταχρηστικής απεργίας

«Η ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΠΕΡΓΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ»

α)Η απεργία ως θεμελιώδης θεσμός του ελληνικού εργατικού δικαίου
Σε συνταγματικό επίπεδο, το συνδικαλιστικό δικαίωμα («συνδικαλίζεσθαι»), κατάκτηση μακροχρόνιων αγώνων των εργαζομένων συνιστά την αντίπαλη «εξουσία» που ισοσταθμίζει εκείνη του εργοδότη-επιχειρηματία, η οποία εκπορεύεται από το δικαίωμα του τελευταίου στα μέσα παραγωγής. Στόχος αυτής της συλλογικά και αλληλέγγυα οργανωμένης αντιδύναμης των μισθωτών είναι ο περιορισμός της μονοπωλιακής εξουσίας να προσδιορίζει μονομερώς το εργασιακό καθεστώς1.
Η συνδικαλιστική ελευθερία είναι ένα ατομικό δικαίωμα το οποίο αποσκοπεί στη διαφύλαξη και προαγωγή των εργατικών και οικονομικών συμφερόντων των εργαζομένων και πραγματώνεται μέσω της συλλογικής συνδικαλιστικής δράσης και του αναμφισβήτητου δικαιώματος της ιδρύσεως συνδικαλιστικών οργανώσεων. Οι δύο θεμελιακές, αξιολογικές συνιστώσες που προσδιορίζουν τον σκληρό πυρήνα του συνδικαλιστικού δικαιώματος και αποτελούν τους μοχλούς πίεσης επί των εξουσιών του εργοδότη είναι η συνδικαλιστική αυτονομία (ή κατά το κοινώς λεγόμενο «η σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας») και οι εργατικοί αγώνες (απεργία)2.
Η απεργία ως μία από τις κύριες μορφές συνδικαλιστικής δράσης αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα τόσο στα πλαίσια της συνδικαλιστικής ελευθερίας όσο και ως αυτοτελές δικαίωμα. Πρόκειται για τη συλλογική αποχή μισθωτών, σε εξαρτημένη-πάντα-εργασία, με απόφαση από νόμιμες συνδικαλιστικές οργανώσεις. Αποσκοπεί στην προαγωγή και διασφάλιση οικονομικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών και ασφαλιστικών συμφερόντων. Το άρθρο 23§1Σ προβλέπει εμμέσως την προστασία του συνταγματικού δικαιώματος της απεργίας ως συνιστώσα της συνδικαλιστικής ελευθερίας ως εξής : «το κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών με αυτή δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους, μέσα στα όρια του νόμου» με σκοπό τη διασφάλιση και την προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών συμφερόντων των εργαζομένων3. Ρητά γίνεται λόγος για την προστασία του εν λόγω δικαιώματος στην ακόλουθη παράγραφο(23§2) του συγκεκριμένου άρθρου όπου και επισημαίνεται ότι «η απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων»4. Αξίζει στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι το Σύνταγμα του 1974 για πρώτη φορά κατοχυρώνει με ρητό και λεπτομερειακό τρόπο τις συνδικαλιστικές ελευθερίες, οι οποίες στα προηγούμενα Συντάγματα στεγάζονταν υπό το γενικότερο δικαίωμα του «συνεταιρίζεσθαι»-με το θεσμό μάλιστα της απεργίας να είναι κατά τη δεκαετία του 1950 ποινικοποιημένος5.
Εν τούτοις αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος της απεργίας δεν είναι ανέλεγκτη. Αντιθέτως για να χαρακτηριστεί μια απεργία ως νόμιμη πρέπει να συντρέχει αθροιστικά ένα σύνολο προϋποθέσεων , ειδάλλως κρίνεται ως καταχρηστική ή παράνομη. Η απεργία αποτελεί μεν μέσο πίεσης για την ικανοποίηση και την επίτευξη των εργατικών διεκδικήσεων σε λογικά πάντα όμως πλαίσια. Τα δικαστήρια σε θέματα απεργίας εκτός από τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων που προβλέπονται από το ν.1264/1982 ούτως ώστε να χαρακτηριστεί μια απεργία ως νόμιμη ελέγχουν ταυτόχρονα στα πλαίσια της εξουσίας που παρέχεται σε αυτά από τη διάταξη του άρθρου 22§4 του ν.1264/1982, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 1915/1990 αν το δικαίωμα της απεργίας έχει ασκηθεί κατά τρόπο που υπερβαίνει την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Στο κυρίως μέρος του εν λόγω πονήματος στο οποίο εξετάζεται ο δικαστικός έλεγχος του δικαιώματος της απεργίας κρίνεται αφ’ ενός απαραίτητο να προσδιοριστούν οι διάφορες προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά για να χαρακτηριστεί μία απεργία νόμιμη ή παράνομη, ενώ στο δεύτερο μέρος γίνεται εμβάθυνση στη διαδικασία του δικαστικού ελέγχου της άσκησης του δικαιώματος.

β)Βασικά στοιχεία του δικαιώματος της απεργίας
Απεργία: Άρθρο 23§1Σ: «Το κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών με αυτήν δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους, μέσα στα όρια του νόμου».
Άρθρο 23§2Σ: «Η απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες οργανώσεις για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων».
Συγκριτικά με την έννοια της απεργίας ως κοινωνικού φαινομένου, όπως φαίνεται και από την παράθεση των συνταγματικών διατάξεων, η συνταγματική της έννοια είναι στενότερη. Ο εννοιολογικός προσδιορισμός του όρου είναι απαραίτητος για τον προσδιορισμό του εύρους του δικαιώματος. Η συνταγματική έννοια των λέξεων ενίοτε δεν συμπίπτει με την κοινή χρήση τους όπως συμβαίνει με την έννοια της απεργίας. Μολονότι βέβαια στο άρθρο 23 δεν υπάρχει κάποιος σαφής προσδιορισμός του όρου ο συντακτικός νομοθέτης δεν παρέχει ανάλογη εξουσιοδότηση στον κοινό νομοθέτη. Επομένως η εννοιολογική προσέγγιση εναπόκειται στη νομική θεωρία και νομολογία. Συμπερασματικά, συνταγματικώς προστατευόμενη απεργία είναι εκείνη που: α) ασκείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις, β)αποσκοπεί στη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών εν γένει συμφερόντων. Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι η απεργία αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωση, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι έχουν τη δυνατότητα να απέχουν από την άσκησή της. Το δικαίωμα της απεργίας βέβαια ανήκει σε κάθε μισθωτό (το έχουν και οι μη συνδικαλιζόμενοι). Ωστόσο δικαίωμα άσκησης του δικαιώματος της απεργίας και συντονισμού των απεργιακών κινητοποιήσεων έχουν μόνο οι συνδικαλιστικές οργανώσεις.
Σκοπός απεργίας: η απεργία στοχεύει στη διευθέτηση οικονομικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών και ασφαλιστικών θεμάτων.

Μορφές απεργίας:
Στάση εργασίας: απεργία θεωρείται και η στάση εργασίας που πραγματοποιείται για ορισμένο συλλογικό αγωνιστικό σκοπό και κατά την οποία η αναστολή παροχής εργασίας διαρκεί συνήθως λιγότερο από ότι το ημερήσιο ωράριο εργασίας6.
Νόμιμη απεργία: η απεργία που κατά το χρόνο κήρυξής της συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις για τις οποίες γίνεται λόγος αναλυτικά στο Α.I. μέρος.
Παράνομη απεργία: η απεργία κατά την οποία γίνεται υπέρβαση των πλαισίων που ορίζει ο νόμος(ΑΚ 281) αλλά και το σύνταγμα (άρθρο 25§3) και τα οποία πλαίσια περιγράφονται αναλυτικά στο Α.II. μέρος.
Λευκή απεργία: η απεργία κατά την οποία οι απεργοί δεν απέχουν από την εργασία τους, παρέχουν όμως εργασία μειωμένης ποσότητας7 ενώ ταυτόχρονα τηρούνται όλες οι διατυπώσεις για τη νόμιμη άσκηση του δικαιώματος της απεργίας8.
Απεργία αλληλεγγύης: απεργία κηρυσσόμενη για να αποτραπεί η απόλυση ή να επιτευχθεί η επαναπρόσληψη απολυθέντων μισθωτών ή για την υποστήριξη θιγομένων από πράξεις ή παραλήψεις του εργοδότη, μισθωτών που εργάζονται στην ίδια επιχείρηση. Αναγκαίο στοιχείο της νομιμότητάς της είναι ότι πρέπει να αποσκοπεί σε προστασία του υπό ευρεία έννοια συλλογικού συμφέροντος των μισθωτών (π.χ. μη εύλογοι αιτία απόλυσης μισθωτού)9.
Πολιτική απεργία: εκείνης της οποίας τα αιτήματα έχουν αποδέκτη το κράτος και είναι νόμιμη μόνο όταν με αυτή οι εργαζόμενοι και γενικότερα ορισμένες κοινωνικές ομάδες εκδηλώνουν προς την πολιτική εξουσία την έντονη διαμαρτυρία τους για κάποια πολιτική πράξη ή παράλειψη ή όταν επιζητούν τον εξαναγκασμό της τελευταίας σε συγκεκριμένη συμπεριφορά10.
Αδέσποτη απεργία: είναι η απεργία που δεν έχει κηρυχθεί από επαγγελματικό σωματείο το οποίο συστήθηκε και λειτουργεί νόμιμα ή απεργία η οποία έχει κηρυχθεί μόνο από μισθωτούς. Το σύνταγμα αποδοκιμάζει την αδέσποτη απεργία, ορίζοντας ότι η απεργία ασκείται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις που έχουν νόμιμα συσταθεί11. Είναι δυνατόν να νομιμοποιηθεί αδέσποτη απεργία μόνο εάν εγκριθεί από γενική συνέλευση σωματείου και τότε αίρει το χαρακτήρα της ως αδέσποτης όχι όμως αναδρομικά αλλά από την έγκρισή της και έπειτα (exnunc)12.

γ)Νόμιμη και παράνομη απεργία
Νόμιμη είναι η απεργία εφ’ όσον το δικαίωμα απεργίας ασκείται σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θέτει το Σύνταγμα και το κοινό δίκαιο. Το Σύνταγμα προστατεύει την απεργία που κηρύσσεται νόμιμα και όχι την παράνομη13. Στο παρόν λοιπόν κεφάλαιο παρατίθενται οι διάφορες προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να συντρέχουν κατά το χρόνο κήρυξης της απεργίας σωρευτικά και οι οποίες εκπορεύονται είτε από την ερμηνεία του Συντάγματος του κοινού δικαίου, της φύσης και του σκοπού του δικαιώματος της απεργίας με τη λογική ότι οποιαδήποτε παράβαση αυτών καθιστά την απεργία παράνομη κατά τη διεξαγωγή του δικαστικού ελέγχου.
Οι σχετικές προϋποθέσεις της άσκησης του δικαιώματος της απεργίας δε συνιστούν δυσχεροποίηση μιας ελεύθερης επιλογής των μισθωτών αλλά αποβλέπουν στη λύση της σχετικής απόφασης με περίσκεψη, αφού η επιδίωξη της προαγωγής των εργασιακών συμφερόντων με συλλογική δραστηριότητα πρέπει να λαμβάνει παράλληλα υπ’ όψιν και την εξυπηρέτηση του κοινού συμφέροντος.
Επομένως, σύμφωνα με την ερμηνεία του άρθρου 23§1 και 2 του Συντάγματος ως νόμιμη χαρακτηρίζεται η απεργία της οποίας η κήρυξη γίνεται από νόμιμα συνεστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις και μάλιστα η απόφαση λαμβάνεται από το αρμόδιο όργανο της συνδικαλιστικής οργάνωσης και σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει ο νόμος και το καταστατικό. Δεύτερη προϋπόθεση αποτελεί η γνωστοποίηση των αιτημάτων των απεργών και η προειδοποίηση του εργοδότη πριν από την έναρξη της απεργίας, ενώ τέλος απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η διάθεση προσωπικού ασφαλείας. Όσον αφορά τις τρεις παραπάνω προϋποθέσεις αξίζει να γίνει μία σύντομη ανάλυσή τους.

Κήρυξη απεργίας
Ειδικότερα, η άσκηση της απεργίας διέπεται βασικά από τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν.1264/1982, όπως ισχύει με τις προσθήκες, τις τροποποιήσεις και αντικαταστάσεις που έγιναν με τους νόμους 1915/1990 και 2224/1994. Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις στις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις η απεργία κηρύσσεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης η οποία είναι το ανώτατο όργανο της συνδικαλιστικής οργάνωσης. Η Γενική Συνέλευση που αποφασίζει την απεργία μπορεί να εξουσιοδοτήσει το διοικητικό συμβούλιο να εκτελέσει την απόφαση και να καθορίσει τις λεπτομέρειες για τη διεξαγωγή της απεργίας, ιδίως μάλιστα αν οι οργανώσεις είναι ευρύτερης περιφέρειας ή πανελλαδικής εμβέλειας. Η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης για κήρυξη απεργίας λαμβάνεται με μυστική ψηφοφορία (παραβίαση της μυστικής ψηφοφορίας καθιστά την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης όχι απλώς ακυρώσιμη αλλά απόλυτα άκυρη14. Ταυτόχρονα η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης πρέπει να προηγείται της απεργίας, ειδάλλως η απεργία χαρακτηρίζεται ως αδέσποτη.
Οι Δευτεροβάθμιες Συνδικαλιστικές Οργανώσεις που καλύπτουν μισθωτούς περισσοτέρων επιχειρήσεων μπορούν να κηρύξουν απεργία με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου στη γεωγραφική τους περιφέρεια ή και σε τμήματά της, για το σύνολο, όμως, επαγγελμάτων, κατηγοριών και επιχειρήσεων, όχι όμως σε μεμονωμένη επιχείρηση. Η απεργία, τέλος, που κηρύσσεται από τριτοβάθμια οργάνωση και καλύπτει όλους τους μισθωτούς που εκπροσωπεί, επομένως και τους εργαζομένους των κοινωφελών και υπό κοινωνικοποίηση επιχειρήσεων κηρύττεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου15.

Υποχρέωση για 24ωρη προειδοποίηση του εργοδότη και γνωστοποίηση των αιτημάτων των απεργών
Απαραίτητη συνιστώσα για την εξασφάλιση της νομιμότητας της απεργίας είναι η υποχρέωση για προειδοποίηση. Το σωματείο των εργαζομένων οφείλει να γνωστοποιεί στην εργοδοτική πλευρά τα αιτήματα που διεκδικεί ώστε να καταβάλλεται προσπάθεια να λυθεί η συλλογική διαφορά με ειρηνικά μέσα(διαπραγματεύσεις). Η εν λόγω υποχρέωση των εργαζομένων πηγάζει τόσο από την καλή πίστη16, όσο και από το γεγονός ότι η απεργία αποτελεί το έσχατο μέσο(ultimaratio17)για την ικανοποίηση των αιτημάτων. Η προειδοποίηση του εργοδότη ή της εργοδοτικής συνδικαλιστικής οργάνωσης για την άσκηση του δικαιώματος απεργίας πρέπει να λαμβάνει χώρα τουλάχιστον 24 ώρες πριν την πραγματοποίηση της απεργίας. Ο σκοπός της συγκεκριμένης υποχρέωσης είναι να προλάβει τον πλήρη αιφνιδιασμό του εργοδότη και παράλληλα να του δώσει τη δυνατότητα να λάβει στοιχειώδη μέτρα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκύπτουν για την επιχείρηση από την απεργία διαφυλάττοντας ταυτόχρονα τους μισθωτούς από μία στιγμιαία και πρόχειρη απόφαση και δίνοντάς τους πριν την καταφυγή στο μέσον της απεργίας τη δυνατότητα για διαπραγμάτευση. Η προειδοποίηση μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο: έγγραφο, τηλεγράφημα ή ακόμη και προφορικά. Κατά κανόνα αρκεί η γενική προειδοποίηση. Ο προσδιορισμός ή μη της ημέρας και της ώρας έναρξης της απεργίας εναπόκειται στις εκάστοτε συνθήκες και την εκάστοτε μορφή του συγκεκριμένου εργατικού αγώνα18. Η προειδοποίηση έπεται συνήθως της αποτυχίας των διαπραγματεύσεων. Η απεργία που πραγματοποιείται χωρίς 24ωρη προειδοποίηση είναι παράνομη. Η παράνομη λόγω μη προειδοποιήσεως απεργία παραμένει παράνομη έστω και αν για τη συνέχιση αυτής έχει γίνει 24ωρη προειδοποίηση του εργοδότη. Δεν νομιμοποιείται δηλαδή ούτε για το μέλλον(exnunc).

Η υποχρέωση για διάθεση προσωπικού ασφαλείας
Η άσκηση του δικαιώματος απεργίας δεν επιτρέπεται να θέτει σε κίνδυνο τις εγκαταστάσεις της επιχείρησης ούτε να προκαλεί καταστροφές ή ατυχήματα. Η καταστροφή της επιχείρησης υπερβαίνει τον σκοπό του δικαιώματος απεργίας και αντίκειται στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη(άρθρο 25§3Σ/281ΑΚ). Άλλωστε η καταστροφή της επιχείρησης αντίκειται και στα συμφέροντα των απεργών, αφού η επάνοδος στην θέση εργασίας συνδέεται με την υπόσταση της επιχείρησης. Για τους παραπάνω λόγους η διάθεση προσωπικού ασφαλείας για την πρόληψη καταστροφών ή ατυχημάτων δεν περιορίζει την άσκηση του δικαιώματος της απεργίας, αλλά είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο και την φύση του19. Σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 21 του ν.1264/1982, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του ν.2224/1994, κατά τη διάρκεια της απεργίας η συνδικαλιστική οργάνωση έχει την υποχρέωση να διαθέτει το αναγκαίο προσωπικό για την ασφάλεια των εγκαταστάσεων της επιχείρησης και της πρόληψης καταστροφών και ατυχημάτων. Στις δε υπηρεσίες, οργανισμούς και επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 19§2, των οποίων η λειτουργία έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, πέραν του προσωπικού ασφαλείας της προηγούμενης παραγράφου διατίθεται και προσωπικό για την αντιμετώπιση στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου20. Η συγκρότηση του προσωπικού ασφαλείας θα πρέπει να γνωστοποιείται στις αρμόδιες αρχές το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιανουαρίου.
Πέραν των τριών παραπάνω προϋποθέσεων για την νομιμότητα της άσκησης του δικαιώματος της απεργίας εξετάζονται και άλλες κρίσιμες προϋποθέσεις που επιβάλλονται από τον νόμο ή από την φύση και τον σκοπό του δικαιώματος της απεργίας και η παράβαση αυτών καθιστά την ενάσκηση του απεργιακού δικαιώματος παράνομη. Πρόκειται για δ)την υποχρέωση της εργασιακής ειρήνης και ε)την αρχή του έσχατου μέσου. Αναλυτικότερα:

Υποχρέωση Εργασιακής ειρήνης
Ως υποχρέωση εργασιακής ειρήνης καλείται η παράλειψη της απειλής ή της έναρξης αγωνιστικής δράσης και η διενέργεια των κατάλληλων πράξεων για τον τερματισμό της υφιστάμενης ή την ματαίωση της έναρξης επικείμενης κινητοποίησης, καθώς και η άσκηση επιρροής για την πρόληψη κινητοποιήσεων. Δεν επιτρέπεται να υπερφαλαγγισθεί συλλογική σύμβαση με απεργία για θέματα ,που καλύπτονται από την υποχρέωση ειρήνης ,για να επαναρρυθμιστούν με ατομικές συμβάσεις. Ο παράνομος χαρακτήρας της απεργίας που προσβάλλει την υποχρέωση ειρήνης προκύπτει και από τη φύση της συλλογικής σύμβασης ,η οποία είναι μέσο για την επίλυση συλλογικών διαφορών. Δηλαδή η υποχρέωση ειρήνης απαγορεύει στα μέρη της συλλογικής σύμβασης εργασίας(ΣΣΕ) να χρησιμοποιούν κατά την διάρκεια της ισχύος της συλλογικά αγωνιστικά μέσα(απεργία-ανταπεργία), για να ανατρέψουν ή να τροποποιήσουν όσα με την ΣΣΕ συμφωνήθηκαν. Δεν είναι δυνατόν με την άσκηση του δικαιώματος της απεργίας η οποία κατοχυρώνεται και προστατεύεται από το Σύνταγμα ως συνιστώσα της συνδικαλιστικής ελευθερίας να φαλκιδεύεται ένας έτερος συνταγματικά κατοχυρωμένος και προστατευόμενος θεσμός στα πλαίσια της συνδικαλιστικής ελευθερίας, αυτός των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Εξ άλλου η παράβαση της υποχρεώσεως ειρήνης με την επιδίωξη ανατροπής των όρων της ΣΣΕ υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη και καθιστά την απεργία καταχρηστική. Στην περίπτωση αυτή μάλιστα ο εργοδότης είναι δυνατόν να αξιώσει αποζημίωση για τη ζημιά που υπέστη από την παράνομη απεργία τόσο από την συνδικαλιστική οργάνωση που πραγματοποιεί την εν λόγω απεργία όσο και από την οργάνωση που έχει συνάψει την σχετική ΣΣΕ. Περιορισμοί από την υποχρέωση ειρήνης μπορούν να πηγάζουν από προηγούμενες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, την παραπομπή στη διαιτησία ή τη διαιτητική απόφαση, οι οποίες επίσης προστατεύονται συνταγματικά. Η υποχρέωση ειρήνης δεν είναι απαραίτητο να συμφωνείται αποκλειστικά και μόνο με συλλογική σύμβαση, αλλά μπορεί να συνομολογηθεί και με απλή συμφωνία μεταξύ συνδικαλιστικής οργάνωσης και εργοδότη, ακόμα και αν αυτός, επειδή απασχολεί λιγότερους από 50 υπαλλήλους δεν μπορεί κατά το άρθρο 6§1περ.β του ν.1876/90 να συμβάλλει συλλογικά. Η ρήτρα ειρήνης, για την οποία ο ν.1876/1990 δεν προβλέπει πανηγυρικό τύπο ούτε προϋποθέσεις, μπορεί ν συμφωνηθεί και σιωπηρός ή να συνάγεται ερμηνευτικός. Οι συμφωνίες ειρήνης ,που συνάπτουν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν ενοχικό χαρακτήρα και επομένως δεσμεύουν μόνο τις συμβαλλόμενες οργανώσεις και όχι τα μέλη τους .Ομοίως και οι ρήτρες ειρήνης των συλλογικών συμβάσεων εργασίας δεσμεύουν μόνο τις οργανώσεις που συμβάλλονται και όχι τα μέλη τους .Όμως η συμμετοχή μισθωτού σε απεργία ,που πραγματοποιείται από συνδικαλιστική οργάνωση κατά παράβαση της υποχρέωσης για ειρήνη έχει τις συνέπειες της συμμετοχής σε παράνομη απεργία .Και αν ο μισθωτός μετάσχει σε απεργία κατά παραβίαση της ατομικής του συμφωνίας φέρει την ευθύνη της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του ,αδιάφορα αν πρόκειται για νόμιμη ή παράνομη απεργία.

Η Αρχή Του Έσχατου Μέσου(UltimaRatio)
Κατά το ελληνικό εργατικό δίκαιο η απεργία συνιστά το έσχατο μέσο για την επίτευξη του σκοπού της συνδικαλιστικής ελευθερίας, δηλαδή την προαγωγή και διαφύλαξη των οικονομικών και εργασιακών συμφερόντων των εργαζομένων. Όπως προαναφέρθηκε, πριν από την έναρξη της απεργίας πρέπει να καταβάλλεται προσπάθεια να λυθεί η συλλογική διαφορά με διαπραγματεύσεις. Αν τυχόν έχει συμφωνηθεί μεταξύ των κοινωνικών αντιπάλων διαδικασία προαιρετικής διαιτησίας ή άλλη διαδικασία ειρηνικής επιλύσεως της διαφοράς, πρέπει να εξαντλείται και αυτή. Η συνδικαλιστική οργάνωση οφείλει να γνωστοποιεί στον εργοδότη πριν προβεί στην ενάσκηση του απεργιακού της δικαιώματος τα αιτήματα που διεκδικεί, να προσφέρεται για την διεξαγωγή διαπραγματεύσεων και να αφήνει εύλογα χρονικά περιθώρια για τις διαπραγματεύσεις. Αξιοσημείωτο είναι πως η αρχή του έσχατου μέσου επιτρέπει στη συνδικαλιστική οργάνωση να προετοιμάζεται για την διεξαγωγή του εργατικού αγώνα(π.χ.: σύγκληση Γενικής Συνελεύσεως) κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων ενώ δεν απαγορεύει την πραγματοποίηση μίας σύντομης προειδοποιητικής απεργίας εν μέσω των διαπραγματεύσεων στην περίπτωση που ο εργοδότης δεν δείχνει σοβαρή πρόθεση να διαπραγματευτεί. Εν τούτοις απεργία που πραγματοποιείται κατά παράβαση της αρχής του εσχάτου μέσου, χωρίς δηλαδή να έχουν εξαντληθεί όλα τα πιθανά ειρηνικά μέσα διαπραγματεύσεως και επιλύσεως της διαφοράς είναι παράνομη.Όλες οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως θετικές προϋποθέσεις νόμιμης ενάσκησης του απεργιακού δικαιώματος-αποτελεί δηλαδή αδήριτη ανάγκη η σωρευτική εφαρμογή τους για την εξασφάλιση της νομιμότητας του εργατικού αγώνα. Στον αντίποδα, υπάρχει ένα σύνολο περιπτώσεων η ύπαρξη των οποίων θα πρέπει να αποκλείεται κάθε φορά ούτως ώστε να μην ελλοχεύει ο κίνδυνος του χαρακτηρισμού της απεργίας από τις δικαστικές αρχές ως παράνομης. Εκτενέστερα:
α)Δεν θα πρέπει να απαγορεύεται η προσφυγή των μισθωτών στην απεργία είτε από τον νόμο ή από δικαστική απόφαση.
β)Δεν θα πρέπει να αναστέλλονται συνταγματικές διατάξεις οι οποίες κατοχυρώνουν το απεργιακό δικαίωμα.
γ) Δεν θα πρέπει η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος να υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ενώ, τέλος, είναι αναγκαίο η απεργία να μην σχετίζεται με παράνομες και ποινικά διωκόμενες πράξεις.
Αν δεν συντρέχει οποιαδήποτε από τις παραπάνω προϋποθέσεις, η άσκηση του απεργιακού δικαιώματος καθίσταται παράνομη με αποτέλεσμα να μην εκπληρώνει η απεργία την κύρια αποστολή της, στην οποία ήδη έχει γίνει λόγος. Συνεπώς ,η αποχή από την εργασία λόγω συμμετοχής σε απεργία που κηρύχθηκε κατά παράνομη ενάσκηση του απεργιακού δικαιώματος αποτελεί παραβίαση των ατομικών συμβάσεων εργασίας. Σε κάθε περίπτωση, η απεργία μπορεί να εξελιχθεί σε παράνομη αν κατά τη διάρκειά της εκλείψει οποιαδήποτε από τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις( Π.χ. από τη Νομολογία: αν προστεθούν νέα αιτήματα από αναρμόδιο όργανο της συνδικαλιστικής οργάνωσης, αν τα νέα αιτήματα δεν έχουν προηγουμένως γίνει γνωστά στον εργοδότη, αν υπάρξει εκτροπή της απεργίας σε κατάληψη των χώρων εργασίας είτε σε παρακώλυση της εργασίας των μη απεργών).

δ)Περιορισμοί του δικαιώματος της απεργίας
Ως συνταγματικά κατοχυρωμένο, το δικαίωμα της απεργίας δε μπορεί να απαγορευτεί ή να περιοριστεί με νόμο. Ωστόσο, ο συντακτικός νομοθέτης δίνει τη δυνατότητα στο νόμο να προβλέψει περιορισμούς του δικαιώματος. Σημαντικό φραγμό στην εξουσία του νομοθέτη να προχωρεί σε ρυθμίσεις γενικού περιεχομένου για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας θέτει το άρθρο 25παρ.1 του Συντάγματος. Σύμφωνα με αυτό, το κράτος και τα όργανά του έχουν την υποχρέωση να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου. Επίσης, η ίδια διάταξη, ως προς τα δικαιώματα αυτά, τα οποία «ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν», όπου συγκαταλέγονται και τα δικαιώματα κήρυξης απεργίας και συμμετοχής σε απεργία, οριοθετεί τη δυνατότητα του κοινού νομοθέτη για τον περιορισμό τους: «Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφ’ όσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Συνεπώς, περιορισμός των δικαιωμάτων αυτών μπορεί να επιβληθεί από τον κοινό νομοθέτη αποκλειστικά και μόνο εφόσον υπάρχει επιφύλαξη από το Σύνταγμα. Αυτό συμβαίνει, κατά το άρθρο 23παρ.2 του Συντάγματος, προκειμένου για τους υπαλλήλους των τεσσάρων κατηγοριών που αναφέρονται. Επομένως, αποκλείεται ο περιορισμός των δικαιωμάτων αυτών από τον κοινό νομοθέτη ως προς άλλες κατηγορίες μισθωτών, εκτός αν γίνεται στο πλαίσιο των άρθρων 22παρ.2 και 23παρ.1 του Συντάγματος. Πάντως, οι τιθέμενοι περιορισμοί πρέπει να υπακούουν στην αρχή της αναλογικότητας και να αποφεύγεται η υπερβολή.
Νομοθετική απαγόρευση ή περιορισμός της ασκήσεως του δικαιώματος της απεργίας με τη θέσπιση διαδικαστικών ή άλλων προϋποθέσεων ή προηγούμενος έλεγχος των αιτημάτων της, ως και ο προσδιορισμός της μορφής και της διάρκειάς της απαγορεύονται21. Οι περιορισμοί που θέτει ο κοινός νομοθέτης αν δεν φθάνουν μέχρι την κατάργηση του δικαιώματος της απεργίας ή την παρακώληση της ασκήσεώς του δεν είναι αντισυνταγματική ακόμα και αν είναι σχετικοί με τον ουσιαστικό και εσωτερικό λόγο της ασκήσεως του δικαιώματος της απεργίας. Ιδιαίτερα, δεν είναι αντισυνταγματικοί όταν αφορούν τη λήψη της αποφάσεως κηρύξεως της απεργίας ή επιβάλλονται από τη λειτουργία άλλων συνταγματικών θεσμών, επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένων, όπως η συλλογική σύμβαση εργασίας και η διαιτησία, ή από δικαιώματα τρίτων ή άλλων συνταγματικών αρχών, μεταξύ των οποίων και εκείνες που προσδιορίζουν το κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό σύστημα της χώρας. Ειδικότερα, δεν είναι αντισυνταγματικοί οι περιορισμοί που τάσσει ο κοινός νομοθέτης αφού για τον καθορισμό των προϋποθέσεων και τις διαδικασίας για την άσκηση του δικαιώματος της απεργίας υπάρχει συνταγματική πρόβλεψη. Συνεπώς δεν προσβάλλεται η άσκηση του δικαιώματος της απεργίας αφού οι φορείς του δικαιώματος αυτού μπορούν ανεμπόδιστα να επιδιώξουν την ικανοποίηση των προϋποθέσεων και τις διαδικασίας για την άσκησή του22.
Αναλυτικά:

Από Το Σύνταγμα:
i) Στο άρθρο 23 παρ. 2 εδ.β΄ ορίζεται πως «απαγορεύεται η απεργία με οποιαδήποτε μορφή σε δικαστικούς λειτουργούς και σε αυτούς που υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας». Επίσης, αυτονόητη είναι η απαγόρευση της απεργίας σε υπηρετούντες στο λιμενικό σώμα και στους πολιτικούς δημοσίους υπαλλήλους των σωμάτων ασφαλείας λόγω της ειδικής εξουσιαστικής σχέσης των προσώπων αυτών με το Κράτος. Εδώ περιορίζεται ενεργητικά το δικαίωμα της απεργίας και αφαιρείται για τα συγκεκριμένα πρόσωπα η δυνατότητα δράσης23.Αυτή η διάταξη έχει προφανή στόχο να διασφαλίσει την απρόσκοπτη λειτουργία της δικαιοσύνης, των σωμάτων ασφαλείας και των ενόπλων δυνάμεων.

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ:
Βασικό λόγο άρσης της προστασίας του δικαιώματος της απεργίας αποτελεί και το άρθρο 48 του Συντάγματος. σύμφωνα με το οποίο: «σε περίπτωση πολέμου, επιστράτευσης λόγω εξωτερικών κινδύνων ή αμέσου απειλής της εθνικής ασφαλείας καθώς και αν εκδηλωθεί ένοπλο κίνημα για την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος, η βουλή με απόφαση της, που λαμβάνεται ύστερα από πρόταση της Κυβέρνησης, θέτει σε εφαρμογή, το νόμο για την κατάσταση πολιορκίας». Κατά την παραπάνω διάταξη, το δικαίωμα της απεργίας απαγορεύεται να ασκείται κατά ορισμένες μόνο περιόδους. Πιο αναλυτικά, κατά το άρθρο 48 του Συντάγματος, ορισμένες συνταγματικές διατάξεις, εκ των οποίων και αυτές των άρθρων 22,23 που διασφαλίζουν το απεργιακό δικαίωμα μπορούν ύστερα από πρόταση της Κυβέρνησης να ανασταλούν προσωρινά από τη Βουλή, με απόφαση των 3/5 του συνολικού αριθμού των βουλευτών, ειδικά και περιοριστικά σε περίπτωση πολέμου, επιστράτευσης εξαιτίας εξωτερικών κινδύνων ή άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας, αλλά και αν εκδηλωθεί ένοπλο κίνημα για την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος24.

Από το Nόμο-H επιφύλαξη Nόμου
Οι νομοθετικοί περιορισμοί είναι επιτρεπτοί από το Σύνταγμα, αλλά εισάγονται από τον κοινό νομοθέτη. Ουσιαστικά, πρόκειται για την επιφύλαξη νόμου, η οποία, βέβαια, δε θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος αλλά κινείται μέσα στο πλαίσιο του συνταγματικά κατοχυρωμένου σκοπού. Επιφύλαξη νόμου υπάρχει στο άρθρο 23 παρ.2 εδ.γ’ του Συντάγματος. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, το δικαίωμα προσφυγής σε απεργία των δημοσίων υπαλλήλων, των υπαλλήλων ΟΤΑ, των υπαλλήλων ΝΠΔΔ και του προσωπικού κάθε μορφής επιχειρήσεων δημοσίου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας που η λειτουργία τους έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση αναγκών του κοινωνικού συνόλου υπόκειται σε συγκεκριμένους περιορισμούς που ο νόμος ορίζει. Είναι προφανές ότι η διάταξη περιλαμβάνει στην έννοια των δημοσίων υπαλλήλων και τους εργαζόμενους με σχέση ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του δημοσίου. Στην τέταρτη δε περίπτωση, γίνεται αναφορά με γενικό τρόπο στο προσωπικό, από την οποία συνάγεται πως στην η έννοια του υπαλλήλου καταλαμβάνει όλους όσοι συνδέονται με κάποιο είδος εργασίας με το Δημόσιο. Αδιάφορο είναι αν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου ή του εργάτη. Το Σύνταγμα, εκτός από τον παραπάνω έμμεσο νομοθετικό περιορισμό, εισάγει στην ίδια διάταξη και περιορισμό του περιορισμού. Δεσμεύει ,δηλ., τον κοινό νομοθέτη κατά την εισαγωγή περιορισμών των θεμελιωδών δικαιωμάτων: «οι περιορισμοί αυτοί δεν μπορούν να φτάσουν ως την κατάργηση του δικαιώματος της απεργίας ή την παρεμπόδιση της νόμιμης άσκησής του».

Περιορισμός σε Ορισμένες Κατηγορίες Προσώπων
Το Σύνταγμα απαγορεύει με ειδική διάταξη την απεργία οποιασδήποτε μορφής στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας. Στους δεύτερους περιλαμβάνονται και οι πολιτικοί δημόσιοι υπάλληλοι των σωμάτων ασφαλείας, καθώς και οι λιμενικοί και οι υπηρετούντες στην Πυροσβεστική Υπηρεσία. Με νόμο προστέθηκαν στην κατηγορία των μη δικαιούμενων σε απεργία τα μέλη του νόμιμου πολιτικού προσωπικού και του ειδικού επιστημονικού προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Παρά τη μη ρητή πρόβλεψη του Συντάγματος, είναι αυτονόητη η επέκταση της «απαγόρευσης» στους υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις και στους μισθωτούς σε υπηρεσίες των ενόπλων δυνάμεων25. Αναλυτικά, τo Σύνταγμα, με τη διατύπωση στο αρ.23παρ.2 εδάφιο β, εννοεί ότι:
-Στις αναφερόμενες οργανώσεις δεν δίνεται η εξουσία να προκαλούν μονομερώς καθεστώς αναστολής της λειτουργίας των ατομικών σχέσεων εργασίας τους με το Δημόσιο.
-Οι ανήκοντες σε αυτές δεν έχουν δικαίωμα συμμετοχής σε απεργία
-Απαγορεύεται στον κοινό νομοθέτη να παραχωρήσει τα παραπάνω δικαιώματα στις οργανώσεις και τα μέλη τους. Η διάταξη αυτή, ο σκοπός της οποίας έγκειται στην εξασφάλιση της ομαλής και απρόσκοπτης λειτουργίας της δικαιοσύνης, των σωμάτων ασφαλείας και των ενόπλων δυνάμεων, παρουσιάζει προβλήματα στη διατύπωσή της.

Πολιτική Επιστράτευση Απεργών
Το δικαίωμα της απεργίας μπορεί να περιοριστεί και από την επίταξη των προσωπικών υπηρεσιών στις εξαιρετικές περιπτώσεις που αναφέρει το άρθρο 22 παρ. 3Σ. Το Σύνταγμα γενικά απαγορεύει την αναγκαστική εργασία. Κατά το άρθρο 22 παρ.3 Σ «οποιαδήποτε μορφή αναγκαστικής εργασίας απαγορεύεται». Η απαγόρευση του άρθρου 22 παρ.3 Σ αναφέρεται τόσο στην εξαρτημένη όσο και στη μη εξαρτημένη εργασία, σε αυτή δηλαδή που προσφέρεται με σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην εργασία των ελεύθερων επαγγελματιών κ.τ.λ. Η αναγκαστική εργασία απαγορεύεται και από τη Σύμβαση της Ρώμης (1950) αλλά και από τις ΔΣΕ 29/1930 και 105/1957 που έχουν επικυρωθεί από τη χώρα μας με το Ν. 2079/1952 και το Ν. 4221/1961 αντίστοιχα. Ο κανόνας αυτός, όμως, είναι απαραίτητο να κάμπτεται σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις. Γι’ αυτό και, κατ’ εξαίρεση, το Σύνταγμα επιτρέπει την αναγκαστική εργασία υπό τη μορφή της επίταξης προσωπικών υπηρεσιών . Κατά το άρθρο 22 παρ.3 Σ «ειδικοί νόμοι ρυθμίζουν τα σχετικά με την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών σε περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης ή για την αντιμετώπιση αναγκών της άμυνας της Χώρας ή επείγουσας κοινωνικής ανάγκης από θεομηνία ή ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία, καθώς και τα σχετικά με την προσφορά προσωπικής εργασίας στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης για την ικανοποίηση τοπικών αναγκών». Με τη διάταξη αυτή επιβάλλονται επομένως όρια στην άσκηση του δικαιώματος απεργίας. Κατά τη διάρκεια της επίταξης των προσωπικών υπηρεσιών δεν επιτρέπεται η έναρξη ή η συνέχιση απεργίας. Τα άρθρα 23 παρ.2 Σ και 22 παρ.3 διέπονται από διαφορετική ratio και διεκδικούν διαφορετικά πεδία εφαρμογής, μπορούν ωστόσο να διασταυρωθούν όταν το απεργιακό δικαίωμα ασκείται ενώ υφίστανται λόγοι εφαρμογής του άρθρου 22 παρ.3 Σ ή όταν μία απεργιακή κινητοποίηση ως factum συνιστά λόγο ή συνδέεται με λόγο εφαρμογής του άρθρου 22 παρ.3 Σ. Φυσικά δε μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, ενώ διεξάγεται νόμιμη απεργία, να προκύψουν οι λόγοι εφαρμογής του άρθρου 22 παρ.3 Σ από αιτίες παντελώς άσχετες. Αντίστοιχα, είναι δυνατό μία απεργιακή κινητοποίηση να συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση των λόγων για τους οποίους είναι κατά το Σύνταγμα δυνατή η επίταξη προσωπικών υπηρεσιών. Μπορεί δηλαδή μία απεργιακή κινητοποίηση να δημιουργήσει πρόβλημα σχετικά με τις αμυντικές ανάγκες της χώρας ή τη δημόσια υγεία (π.χ. απεργία γιατρών, νοσηλευτικού προσωπικού, οδηγών απορριμματοφόρων οχημάτων, έλεγχος εναέριας κυκλοφορίας). Και στις δύο αυτές περιπτώσεις βασικός και στοιχειώδης κανόνας που απορρέει από την αρχή της αναλογικότητας είναι να μη μπορεί να καλυφθεί η οποιαδήποτε ανάγκη από άλλες κατηγορίες εργαζομένων που δεν απεργούν ή με το προσωπικό ασφαλείας. Η επίταξη των προσωπικών υπηρεσιών ρυθμίζεται από το Ν. . 17/1974 «περί πολιτικής σχεδίασης εκτάκτου ανάγκης». Σε αυτό επιτρέπεται η πολιτική επιστράτευση των εργαζομένων, που εκτελείται στα πλαίσια της γενικής ή μερικής πολιτικής κινητοποίησης, προς αντιμετώπιση κατάστασης εκτάκτου ανάγκης. Στην πράξη η πολιτική επιστράτευση των απεργών έχει εξελιχθεί σε μέσο περιορισμού του απεργιακού δικαιώματος, αφού, κατά διαστροφή του κατά το Σύνταγμα περιορισμού της (που πάντως δε συνίσταται στη χρήση της ως μέσου καταλυτικού του απεργιακού δικαιώματος), η κρατική εξουσία συνηθίζει να τη χρησιμοποιεί για τον τερματισμό απεργιών και τον εξαναγκασμό των απεργών σε αναγκαστική εργασία. Κατά το άρθρο 2 παρ.5 του Ν.. 17/1974 «πάσα αιφνίδια κατάστασις προκαλούμενη είτε εκ φυσικών ή άλλων γεγονότων πολεμικών ή μη, είτε εξ ανωμαλιών πάσης φύσεως και έχουσα ως αποτέλεσμα την δημιουργίαν ή την απειλήν δημιουργίας εκτεταμένων απωλειών, ζημιών και καταστροφών εις έμψυχον και άψυχον δυναμικόν της χώρας ή την παρακώλυσιν και διατάραξιν της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας». Το ερώτημα που τίθεται είναι αν οι ρυθμίσεις του Ν.17/1974 συμβιβάζονται με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 3 Σ, αλλά και των διεθνών συμβάσεων που απαγορεύουν την αναγκαστική εργασία. Η διατύπωση του άρθρου 2 παρ. 5 του Ν.17/1974 είναι χωρίς αμφιβολία ευρύτερη από τη διατύπωση του άρθρου 22 παρ. 3 Σ. Κατά το Ν.17/1974, κατάσταση ανάγκης που επιτρέπει την πολιτική επιστράτευση είναι κάθε αιφνίδια κατάσταση, είτε προκύπτει από φυσικά είτε από άλλα γεγονότα, είτε από ανωμαλίες κάθε φύσεως. Η διάταξη αυτή υπερακοντίζει την περιοριστική διατύπωση του άρθρου 22παρ.3 Σ και κατά το μέτρο αυτό είναι αντισυνταγματική. Κατά συνέπεια, πολιτική επιστράτευση των εργαζομένων επιτρέπεται μόνο στις περιπτώσεις που κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.3 Σ επιτρέπεται η επίταξη προσωπικών υπηρεσιών. Η κοινωνική ανάγκη που δικαιολογεί την πολιτική επιστράτευση δε μπορεί κατ’ αρχήν να προέρχεται από απεργία. Αν λοιπόν μία απεργία έχει το χαρακτήρα επαναστατικής εξέγερσης κατά του κράτους, τότε η πολιτική επιστράτευση των απεργών είναι δυνατή, μόνο εφόσον κηρυχθεί η χώρα σε κατάσταση πολιορκίας ή κηρυχθεί επιστράτευση. Η πολιτική επιστράτευση δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως μέσο για την καταστολή απεργιών. Η ΔΣΕ 105/57, η οποία έχει επικυρωθεί από τη χώρα μας με το Ν. 4221/1961 και έχει αυξημένη ισχύ σε σχέση με το νόμο (άρθρο 28παρ. 1 Σ) ορίζει ότι η υποχρεωτική εργασία δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται για οικονομικούς σκοπούς, ως μέτρο πειθαρχίας ή ως κολασμός για τη συμμετοχή σε απεργία. Τα τελευταία χρόνια έγινε επανειλημμένα πολιτική επιστράτευση απεργών σε σοβαρές περιπτώσεις με επίκληση του γενικού συμφέροντος, του κινδύνου για την εθνική οικονομία ή την κοινωνική ζωή της χώρας ή τη δημόσια υγεία ή την αποδιοργάνωση των εναέριων συγκοινωνιών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση επιστράτευσης το 1986 των χειριστών και ιπτάμενων μηχανικών της Ολυμπιακής Αεροπορίας.

Δικαστική απόφαση που περιορίζει το δικαίωμα συμμετοχής σε απεργία
Περιορισμός του δικαιώματος αυτού αποτελεί η πριν την άσκηση του οριοθέτησή του με δικαστική απόφαση. Η αναγνωριστική αγωγή θα έχει ως αίτημα τη διάγνωση της οριοθέτησης του απεργιακού δικαιώματος εν όψει των αντίστοιχων υποχρεώσεων της οργάνωσης που πρόκειται να το ασκήσει ,ακόμη και αν δεν έχει κηρυχθεί απεργία κατά την άσκηση ή την συζήτηση της σχετικής αγωγής ,καθώς όπως ορίζει το άρθρο 69ΚΠολΔικ επιτρέπεται να ζητηθεί δικαστική προστασία και για μελλοντική έννομη σχέση εφόσον υπάρχει κίνδυνος από την αναβολή. Επομένως ,το δικαστήριο μπορεί, υπό την απειλή των ποινών της διάταξης 947παρ.1ΚΠολΔικ να υποχρεώσει σε παράληψη παράνομης απεργίας στο μέλλον. Οι διαφωνούντες αναφέρονται κυρίως στην καταχρηστικότητα και επικαλούνται ότι αυτή κρίνεται μόνο εκ των υστέρων εν όψει των ειδικών περιστάσεων.

ε)Καταχρηστική άσκηση του απεργιακού δικαιώματος κατά το Σύνταγμα
Κατάχρηση δικαιώματος
«Η καταχρηστική ή μη άσκηση του δικαιώματος της απεργίας διαπιστώνεται από το δικαστήριο, στα πλαίσια των διατάξεων του άρθρου 22§4 ν.1264/1982, ύστερα από τη στάθμιση των αντιθέτων συμφερόντων των απεργών και του εργοδότη, όπως η πολύ μεγάλη ζημία στην επιχείρηση του εργοδότη, το μέγεθος της επιπτώσεις των ζημιογόνων συνθηκών στο κοινωνικό σύνολο ή την εθνική οικονομία σε συνδυασμό με τη μορφή και τη διάρκειά της, το μέγεθος της προσβολής των ατομικών δικαιωμάτων τρίτων και η προφανής ή μη δυσαναλογία μεταξύ της ζημίας της επιχείρησης και της αναμενόμενης ωφέλειας των απεργών26».
«Το δικαίωμα της απεργίας υπόκειται στον περιορισμό του δικαστικού ελέγχου της καταχρηστικής ασκήσεώς του. Έτσι, η απεργία θεωρείται καταχρηστική και κατά συνέπεια παράνομη και απαγορευτέα, όταν η άσκηση του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός τον οποίο επιδιώκει. Η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών κρίνεται αυτοτελώς σε κάθε περίπτωση, με βάση τα επικαλούμενα και αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, όπως το περιεχόμενο των αιτημάτων στων οποίων την ικανοποίηση αποβλέπει η απεργία, η νομιμότητά τους ή η δυνατότητα ικανοποιήσεως τους, ο χρόνος στον οποίον προβάλλονται αυτά σε συνδυασμό με τον χρόνο εξαγγελίας της απεργίας και, τέλος, ο συσχετισμός του μεγέθους της ωφέλειας που επιδιώκουν οι εργαζόμενοι με το μέγεθος της ζημίας που επέρχεται στον εργοδότη από την πραγματοποίηση της απεργίας27».
Μία μορφή παράνομης απεργίας αποτελεί και η καταχρηστική απεργία. Καταχρηστική απεργία υπάρχει όταν, καίτοι κατά την πραγματοποίηση της απεργίας τηρούνται κατ’ αρχήν οι διατάξεις που ρυθμίζουν την άσκηση του δικαιώματος απεργίας, παρά ταύτα λόγω του τρόπου ασκήσεως του δικαιώματος απεργίας, ή των αιτημάτων της απεργίας ή των συνεπειών της παραβιάζεται η γενική απαγόρευση καταχρήσεως δικαιώματος28.
Ο προστατευτικός χώρος του δικαιώματος απεργίας προκύπτει από το άρθρο 23§2Σ και συμπίπτει με τον σκοπό της απεργίας, δηλαδή «την διαφύλαξιν και προαγωγίν των οικονομικών και εργασιακών εν γένει συμμφερόντων των εργαζομένων». Η άσκηση του δικαιώματος απεργίας πραγματοποιείται στη σχέση μεταξύ εργοδότη και μισθωτών. Δηλαδή η προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών συμφερόντων, που επιδιώκει η άσκηση του δικαιώματος απεργίας, εννοείται απέναντι στον εργοδότη. Επομένως τα οικονομικά συμφέροντα του άρθρου 23§2Σ είναι τα συμφέροντα εκείνα που προκύπτουν από τη σχέση εξηρτημένης εργασίας μεταξύ εργοδότη και μισθωτού. Οικονομικά συμφέροντα που δεν συνδέονται κατά κάποιον τρόπο, έστω έμμεσο, με τη σχέση εξηρτημένης εργασίας και επομένως δεν ανήκουν στον χώρο ευθύνης των μερών της ατομικής συμβάσεως εργασίας (δηλ. εργοδότη-μισθωτών), δεν αποτελούν αντικείμενο του δικαιώματος απεργίας. Από τη φύση, λοιπόν, του δικαιώματος απεργίας ως ενός δικαιώματος που αποβλέπει στην πραγματοποίηση συγκεκριμένου σκοπού, προκύπτουν όρια για την άσκησή του. Όταν η άσκηση του δικαιώματος απεργίας υπερβαίνει τα όρια αυτά τότε δεν υπάρχει κατά το Σύνταγμα χρήση του δικαιώματος αλλά κατάχρηση. Συγκεκριμένα, καταχρηστική είναι η απεργία όταν διεκδικεί αιτήματα, η ρύθμιση των οποίων ανήκει στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, το οποίο του παρέχει την εξουσία να αποφασίζει για την οργανική της δομή και διάρθρωση, να συνιστά τμήματα ή εκμεταλλεύσεις και να καταργεί, να μεταφέρει την επιχείρηση ή τμήμα σε άλλο τόπο και να επιλέγει τα μέσα για την επιδίωξη του οικονομικού σκοπού.
Αναλυτικότερα, η κατάχρηση δικαιώματος μπορεί να οριστεί ως η νομότυπη αλλά υπερβολική και επομένως μη ανεκτή από την έννομη τάξη άσκηση δικαιώματος. Η έννοια αυτή δεν κατευθύνεται μόνο κατά του κράτους, αλλά έχει και διαπροσωπική ενέργεια, δηλαδή αναπτύσσεται και στο επίπεδο του ιδιωτικού δικαίου. Ο ν.1264/1982 δεν περιέχει διάταξη που να απαγορεύει ευθέως την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της απεργίας, όμως, το πράττει έμμεσα, αφού κατά το άρθρο 14 παρ.10 επιτρέπεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας προστατευόμενου συνδικαλιστικού στελέχους σε περίπτωση συμμετοχής του σε απεργία που κρίθηκε με δικαστική απόφαση μη νόμιμη ή καταχρηστική. Κατά την μάλλον κρατούσα στην θεωρία άποψη, η έννοια της κατάχρησης του άρθρου 25 § 3 Σ πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου το δικαίωμα ασκείται προδήλως για σκοπό διαφορετικό από το σκοπό θέσπισής της. Με το συγκεκριμένο άρθρο δεν επιτρέπεται η καταχρηστική άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων, γιατί η κατάχρηση αυτή εκ των πραγμάτων προσβάλλει κατά κανόνα δικαιώματα άλλων, την συνταγματική τάξη ή τα χρηστά ήθη και οπωσδήποτε δεν συμβάλλει στην κοινωνική πρόοδο.
Η νομολογία έχει κρίνει σε πολλές περιπτώσεις ότι συγκεκριμένες απεργίες πάσχουν καταχρηστικότητα. Ενδεικτικά παρατίθενται οι ακόλουθες: 1.η ύπαρξη αιτημάτων προδήλως παρανόμων ή και παράλογων, ιδίως όταν αντίκεινται σε κανόνες δημόσιας τάξης, 2.όταν από την ικανοποίηση των αιτημάτων υπάρχει κίνδυνος επέλευσης πλήρους καταστροφής ή ανεπανόρθωτης βλάβης στην επιχείρηση του εργοδότη29, 3.όταν τα αιτήματα των απεργών είναι φανερά δυσανάλογα με την επικείμενη εξαιτίας της απεργίας ζημιάς του εργοδότη και του κοινωνικού συνόλου30, 4.όταν η απεργία συνοδεύεται από κατάληψη των χώρων εργασίας και την παρακώλυση των μη απεργούντων μισθωτών.
Η θεωρία έχει επικρίνει ιδιαίτερα πολλές από τις παραπάνω αποφάσεις των δικαστηρίων. Από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις μόνο σε αυτές της πλήρους καταστροφής ή ανεπανόρθωτης βλάβης στην επιχείρηση του εργοδότη και στην πρόκληση οικονομικής καταστροφής της επιχείρησης μπορεί να γίνει χωρίς αμφισβήτηση δεκτό ότι πρόκειται για απεργία που δεν ανταποκρίνεται στο συνταγματικά προσδιορισμένο σκοπό της. Αυτό γιατί δε μπορεί να θεωρηθεί ως θεμιτό να συμφέρον που εξυπηρετείται από την απεργία η καταστροφή της επιχείρησης και η απώλεια των θέσεων εργασίας που τη συνοδεύει.

Προσβολή των χρηστών ηθών
Επιπρόσθετα, δεν γίνεται, κατά το Σύνταγμα, χρήση του δικαιώματος της απεργίας, όταν η άσκηση του δικαιώματος κινείται βέβαια μέσα στον προστατευτικό χώρο του δικαιώματος, γίνεται όμως κατά τέτοιον τρόπο ώστε να προσβάλλονται τα χρηστά ήθη. Εμβαθύνοντας:
Το Σύνταγμα εκτός από τις ειδικές οριοθετήσεις που προβλέπει για κάθε συγκεκριμένο θεμελιώδες δικαίωμα περιέχει επίσης και γενικές οριοθετήσεις εφαρμοζόμενες σε όλα τα δικαιώματα. Οι γενικές οριοθετήσεις αποτελούν θεμελιώδεις κανόνες της συνολικής έννομης τάξης και εφαρμόζονται τόσο στα «ανεπιφύλακτα» δικαιώματα όσο και στα «περιορισμένα», παρά το ότι δεν επαναλαμβάνονται λεκτικά στις ειδικές διατάξεις. Οι γενικές οριοθετήσεις εφαρμόζονται επιπλέον των τυχών προβλεπόμενων ειδικών οριοθετήσεων. Οι οριοθετήσεις αυτές εντοπίζονται στο Σύνταγμα μας στα άρθρα 5 παρ.1 και 25§3.
Η άσκηση του δικαιώματος της απεργίας, όπως και κάθε άλλου συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος, υπόκειται σε αυτές τις οριοθετήσεις.
Η γενική οριοθετική ρήτρα του άρθρου 5 παρ.1 Σ:Το άρθρο 5 παρ.1 Σ ορίζει ότι «καθένας έχει το δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων, το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη». Κατά την κρατούσα γνώμη(θεωρία της γενικής εφαρμογής), η οριοθετική αυτή τριάδα εφαρμόζεται σε όλα τα συνταγματικά δικαιώματα, επομένως και στο δικαίωμα της απεργίας31. Χαρακτήρα γενικής οριοθέτησης αποκτούν «τα δικαιώματα των άλλων» στο άρθρο 5 παρ.1. Η οριοθέτηση αυτή είναι περίπου αυτονόητη και κατά κάποιο τρόπο περιέχεται και στην πρώτη οριοθέτηση του άρθρου 5 παρ.1, δηλαδή στην αρχή της συνταγματικής νομιμότητας. Η άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος δεν επιτρέπεται εφόσον προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων. Εν συνεχεία, σύμφωνα με την αρχή της συνταγματικής νομιμότητας η γενικότερη δράση όλων των κοινωνών του δικαίου πρέπει να είναι σύμφωνη και με το Σύνταγμα και τους σύμφωνους προς αυτό νόμους. Κάθε ανθρώπινη δράση οφείλει να εναρμονίζεται με το Σύνταγμα και με όλες τις διατάξεις του κοινού δικαίου που εξειδικεύουν τις συνταγματικές. Η αρχή της συνταγματικής νομιμότητας αποτελεί γενική συνταγματική αρχή εφαρμοζόμενη στη συνολική έννομη τάξη. Η αναγωγή του Συντάγματος σε γενική οριοθέτηση της άσκησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν προκύπτει όμως απλά και μόνο από το άρθρο 5 παρ.1, το οποίο οπωσδήποτε αναγνωρίζει αυτήν την οριοθέτηση. Θα υπήρχε έστω και αν το Σύνταγμα δεν την ανέγραφε ρητά.
Η τρίτη οριοθέτηση που εισάγει το άρθρο 5 παρ.1 Σ είναι τα χρηστά ήθη, τα οποία ως γενική ρήτρα εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση και συντρέχουν με τις ειδικές ρυθμίσεις, χωρίς να αποκλείονται από αυτές. Τα χρηστά ήθη αναδεικνύουν τη συμπεριφορά του έντιμου ανθρώπου που ενισχύει την εμπιστοσύνη μεταξύ των κοινωνών του δικαίου. Η έννοια των χρηστών ηθών, ευρύτατη αξιολογική έννοια, διαχέεται σε ολόκληρη την έννομη τάξη, σε κάθε μερικότερη δικαιική περιοχή, στην οποία και προσλαμβάνει ειδικότερη μορφή. Σε ότι αφορά συγκεκριμένα το δικαίωμα της απεργίας και αυτή εντάσσεται αναπόφευκτα σε ένα σύστημα σχετικότητας, που προσδιορίζεται από τη δυναμική μίας αέναης διαλεκτικής συγκρούσεων και διευθετήσεων, με εναλλαγές κάθε φορά στις θέσεις και τους όρους εκεχειρίας. Έκφραση αυτής της σχετικότητας αποτελεί η γενική περιχαράκωση της άσκησης των συνταγματικών δικαιωμάτων που συμπυκνώνεται στην οριοθέτηση του δικαιώματος για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας μέσα από τα δικαιώματα των άλλων, του Συντάγματος και των χρηστών ηθών. Ένας τέτοιος περιορισμός του δικαιώματος απεργίας θα μπορούσε να προκύψει π.χ. από την προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας του εργοδότη στα μέσα παραγωγής (δικαιώματα των άλλων).
Η αποδοχή μίας τέτοιας προσβολής προϋποθέτει ότι το εργοδοτικό δικαίωμα στη σύγκρουσή του με το δικαίωμα απεργίας, κρίθηκε ότι έχει ανάγκη μεγαλύτερης προστασίας, ότι δηλαδή προκρίθηκε. Η αξιολογική αυτή επιλογή πρέπει να είναι αποτέλεσμα προσεκτικής και αντικειμενικής στάθμισης των συμφερόντων που συγκρούονται. Επειδή μάλιστα είναι σωστότερο να δεχτεί κανείς ότι όλα τα θεμελιακά συνταγματικά δικαιώματα βρίσκονται μεταξύ τους σε σχέση αξιολογικής ισοτιμίας, σαν προϊόντα της ίδιας κυριαρχικής συντακτικής βούλησης, η προτίμηση του ενός σε βάρος του άλλου αποτελεί ζήτημα πραγματικό που προσδιορίζεται από τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Πάντως κάθε φορά που γεννιέται πρόβλημα προβαδίσματος σε περίπτωση αντίστοιχης σύγκρουσης, δεν πρέπει να ξεχνιέται το εξής σημαντικό: ότι το δικαίωμα απεργίας από την όλη δομή και τελολογία του αποτελεί μία νομικά αναγνωρισμένη μορφή περιορισμού των δικαιωμάτων του εργοδότη πάνω στην επιχείρηση και τα μέσα παραγωγής.
Από την άλλη πλευρά, τα χρηστά ήθη επιβάλλουν φειδώ στις ζημιές που θα προξενηθούν στην άλλη πλευρά. Δε θα πρέπει να προσβάλλει άλλα συμφέροντα της επιχείρησης όπου εκδηλώνεται εκτός από αυτά που συνδέονται με τις εργασιακές σχέσεις. Επίσης, στα πλαίσια των χρηστών ηθών, η απεργία η οποία έχει επιπτώσεις και πέραν του πεδίου των εργοδοτών- μισθωτών, επιβάλλει να συνεκτιμηθούν τα συμφέροντα τρίτων, προπαντός του κοινωνικού συνόλου, και το γενικότερο συμφέρον. Ο προσδιορισμός της έννοιας «χρηστά ήθη» υπόκειται σε έλεγχο.
Τα Κριτήρια της Καταχρηστικής Άσκησης Του Απεργιακού Δικαιώματος κατά τον ΑΚ
Η κατάχρηση δικαιώματος απαγορεύεται και κατά το κοινό δίκαιο(άρθρο 281 ΑΚ).Η διάταξη του άρθρου 281 είναι από τις θεμελιώδεις του ΑΚ και εκφρλαζει τις σύγχρονες κοινωνικές αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες δεν είναι ανεκτός ο άκρατος ατομικιστικός χαρακτήρας του δικαιώματος. Τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281ΑΚ είναι: α)η συναλλακτική(ή αντικειμενική) καλή πίστη, β)τα χρηστά ήθη και γ)ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η άσκηση του απεργιακού δικαιώματος των συνδικαλιστικών οργανώσεων περιορίζεται, όπως και κάθε δικαίωμα, από τις ρήτρες του 281ΑΚ. Φυσικά, κατά την εφαρμογή αυτής της διάταξης, δεν πρέπει να αγνοείται ο χαρακτήρας του δικαιώματος της απεργίας ως συνταγματικά κατοχυρωμένου αγωνιστικού δικαιώματος ούτε η φύση της απεργίας ως συνταγματικά κατοχυρωμένου αγωνιστικού μέσου. Υπό αυτήν ακριβώς την έννοια πρέπει να εξειδικεύονται τα κριτήρια του 281 ΑΚ, με γενική κατευθυντήρια οδηγία το άρθρο 25παρ.3 του Συντάγματος. Η διάταξη αυτή, που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του ανθρώπου, τα οποία τελούν υπό την εγγύηση του κράτους για χάρη του γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, επενεργεί στις σχέσεις μεταξύ των πολιτών με βάση την αρχή της τριτενέργειας και καταλαμβάνει το απεργιακό δικαίωμα. Από τις διατάξεις αυτές, ενόψει και της υποχρέωσης πίστης που διέπει κάθε εργασιακή σχέση, πηγάζει η αρχή της έντιμης και κοινωνικά πρόσφορης ενάσκησης του δικαιώματος απεργίας αλλά και γενικότερα διεξαγωγής του απεργιακού αγώνα.

Καταχρηστική απεργία-Περιπτωσιολογία
Κατά τη νομολογία, όταν η άσκηση του δικαιώματος απεργίας προσκρούει στο 281 ΑΚ, η απεργία είναι καταχρηστική. Πότε συμβαίνει αυτό είναι ζήτημα πραγματικό που εξαρτάται κάθε φορά από πολλές παραμέτρους, όπως οι ειδικότερες επιδιώξεις της απεργίας, τα κίνητρα ,τα αιτήματά της και το χρόνο προβολής τους, σε συνδυασμό με το χρόνο εξαγγελίας και πραγματοποίησης της απεργίας, από την επιλογή της μορφής της και της απεργιακής τακτικής ,από τη σύγκρουση των αντιτιθέμενων συμφερόντων απεργών-εργοδότη, από την έκταση της ζημίας σε βάρος του εργοδότη ή του κοινωνικού συνόλου, από τη σχέση της απεργίας με παράνομες πράξεις, τις συνθήκες, τους στόχους και της ειδικότερες περιστάσεις της εκάστοτε απεργίας.

α)Από την άποψη της επιλογής του χρόνου
Η επιλογή του χρόνου της απεργίας και η τυχόν μακρά διάρκειά της μπορούν να την καταστήσουν καταχρηστική. Για παράδειγμα, η νομολογία έχει κρίνει ως καταχρηστική την απεργία που πραγματοποιείται σε περίοδο κρίσιμη για τη ζωή ή τη λειτουργία της επιχείρησης. Επίσης, αν η απεργία δεν έχει επείγοντα αιτήματα, η άρνηση να αναβληθεί η έναρξή της για λίγες ώρες ώστε να αποφευχθεί σοβαρή ζημιά του εργοδότη, την καθιστά καταχρηστική. Επιπλέον, είναι καταχρηστική η απεργία που ,εξαιτίας του χρόνου που εκδηλώνεται, προκαλεί κοινωνική αναστάτωση, όπως η απεργία των απολυτήριες εξετάσεις ή των ναυτικών της ακτοπλοϊας σε περίοδο υψηλού τουρισμού. Τέλος, είναι καταχρηστική η απεργία όταν λόγω της επιλογής του χρόνου των στάσεων εργασίας, προκαλούνται κίνδυνοι καταστροφής των εγκαταστάσεων και διακοπής της λειτουργίας της επιχείρησης ή ενδεχομένως να επέλθουν σοβαρά ατυχήματα.

β)Καταχρηστική απεργία λόγω του τρόπου που ασκείται το δικαίωμα της απεργίας
Ο εξαναγκασμός των εργαζομένων με βίαια ή άλλα παράνομα μέσα να λάβουν μέρος στην απεργία καθιστά την απεργία καταχρηστική. Το δικαίωμα απεργίας ασκείται, κατά πάγια νομολογία, καταχρηστικά, όταν με παράνομες πράξεις που αντίκεινται στα χρηστά ήθη παραβιάζονται τα δικαιώματα των εργαζομένων που επιθυμούν να εργαστούν.

γ)Χρησιμοποίηση ψευδών πληροφοριών ή γενικότερα κακόπιστης συμπεριφοράς για να προκύψει η απεργιακή κινητοποίηση
Η άσκηση του δικαιώματος απεργίας αντίκειται στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, όταν οι εμπνευστές ή οργανωτές της απεργίας, δηλαδή κατά κύριο λόγο τα όργανα της συνδικαλιστικής οργάνωσης που κηρύσσει την ανεργία, χρησιμοποιούν ψευδείς πληροφορίες με σκοπό να προκαλέσουν ή να ενισχύσουν την αγωνιστική διάθεση των εργαζομένων.

δ)Κατάληψη των χώρων εργασίας
Κατά πάγια νομολογία είναι καταχρηστική η απεργία αν συνδυάζεται με ταυτόχρονη κατάληψη των χώρων εργασίας από τους απεργούς. Ως κατάληψη νοείται συνληθως η κατάληψη των χώρων εργασίας καθώς και των εγκαταστάσεων ή του εξοπλισμού της επιχειρήσεως, η κατάληψη των εισόδων/ εξόδων και η παρεμπόδιση εισόδου ή εξόδου στους εργαζομένους, στον εργοδότη ή στους εκπροσώπους του ή και σε τρίτους(προμηθευτές, συναλλασσομένους κ.ο.κ.) καθώς και η κάθε είδους παρεμπόδιση ή διακοπή της λειτουργίας της επιχειρήσεως από τους απεργούς.

ε)Ανεπαρκής προειδοποίηση του εργοδότη
Η απεργία που πραγματοποιείται μετά από ανεπαρκή προειδοποίηση του εργοδότη είναι καταχρηστική, γιατί προσκρούει στην καλή πίστη αλλά και στον σκοπό της προειδοποιήσεως(άρθρο281ΑΚ).Επί παραδείγματι, είναι καταχρηστική η απεργία που πραγματοποιείται υπό την μορφή στάσεων εργασίας ή διαλείπουσας απεργίας χωρίς να έχει ειδοποιηθεί ο εργοδότης για τον ακριβή χρόνο έναρξης της απεργίας και την περιοδικότητα(συχνότητα) των στάσεων εργασίας.

στ)Καταχρηστική απεργία λόγω των αιτημάτων της
Η απεργία μπορεί να είναι καταχρηστική λόγω των αιτημάτων που διεκδικεί. Π.χ. όταν μία απεργία διεκδικεί αιτήματα η ρύθμιση των οποίων στην αποκλειστική αρμοδιότητα της πολιτείας και μπορεί να γίνει μόνο με τροποποίηση ισχυόντων κανόνων ή με την θέσπιση νέων κανόνων δικαίου, τότε η απεργία αυτή δεν είναι μία συνηθισμένη διεκδικητική απεργία, αλλά είναι μία απεργία διαμαρτυρίας.

Επίλυση των δικαστικών διαφορών για την απεργία :Αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου
Το άρθρο 22§4Ν.1264 αναθέτει την επίλυση των δικαστικών διαφορών για την απεργία στο Μονομελές Πρωτοδικείο που δικάζει κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών(άρθρο663επ.ΚΠολΔ). Η ρύθμιση αυτή του Ν.1264 είναι εύστοχη και ανταποκρίνεται στην δικονομική μας παράδοση αφού το Μονομελές Πρωτοδικείο έχει γενική καθ’ ύλην αρμοδιότητα να δικάζει τις διαφορές που προκύπτουν από την παροχή εξηρτημένης εργασίας και από ΣΣΕ(άρθρο16περ.2,3,5 και 663περ.1,2,3ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 22§4 στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου ανήκουν οι διαφορές «από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 19-22»Ν.1264. Σύμφωνα με τον σκοπό και το πνεύμα της διατάξεως αυτής, το Μονομελές Πρωτοδικείο έχει γενική και αποκλειστική αρμοδιότητα να δικάζει όλες τις διαφορές σχετικά με την νομιμότητα της απεργίας. Στην αρμοδιότητα επομένως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ανήκει και η εκδίκαση των διαφορών εκείνων που προκύπτουν από την εφαρμογή όχι μόνο των άρθρων 19-22Ν.1264 αλλά και άλλων διατάξεων οι οποίες ρυθμίζουν την άσκηση δικαιώματος της απεργίας(π.χ. διατάξεις του Ν.1876/90, του Ν.2224/94). Οι διαφορές για την νομιμότητα της απεργίας προκύπτουν κατά κανόνα μεταξύ εργοδότη και συνδικαλιστικής οργάνωσης ή μεταξύ εργοδοτικού σωματείου και συνδικαλιστικής οργάνωσης και αφορούν την παράβαση κάθε είδους διατάξεων που ρυθμίζουν το δικαίωμα απεργίας˙π.χ.παράβαση των διατάξεων που ρυθμίζουν τα αιτήματα της απεργίας, την αρμοδιότητα για την κήρυξη απεργίας, το όργανο και την διαδικασία για την λήψη της αποφάσεως, την γνωστοποίηση των αιτημάτων και την απαγόρευση της καταχρηστικής απεργίας κ.ο.κ..

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η απεργία, με βάση όσα παρατέθηκαν κατοχυρώνεται διττά στο Σύνταγμά μας μέσα από δύο μάλιστα διατάξεις (παρ. 1 και 2 του άρθρου 23 Σ), τόσο ως αυτοτελές δικαίωμα όσο και ως η κύρια, η πιο δραστική μορφή εκδήλωσης της συνδικαλιστικής ελευθερίας. Η πλήρης αυτή συνταγματική κατοχύρωση δεν έχει αποτρέψει, ωστόσο, παρεκκλίσεις κατά την άσκηση του δικαιώματος της απεργίας και τη νομολογιακή εφαρμογή. Ενδεικτικό είναι το ότι κατά το δικαστικό έλεγχο της καταχρηστικότητας της άσκησης του δικαιώματος της απεργίας, τα δικαστήρια στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων διαπιστώνουν με μία χαρακτηριστική ευκολία την καταχρηστικότητα αυτή, ερμηνεύοντας τις αόριστες έννοιες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης (που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή μίας υποδεέστερης ιεραρχικά διάταξης, ως κριτήριο ερμηνείας της συνταγματικής διάταξης του άρθρου 25 παρ.3 Σ) κατά το δοκούν. Επιπλέον, έχει παρατηρηθεί στην πράξη ότι συχνά η κήρυξη σε κατάσταση πολιορκίας και η πολιτική επιστράτευση των απεργών μπορούν να χρησιμοποιηθούν με έμμεσο τρόπο ως μέσα περιορισμού των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών.
Σε μια περίοδο απορρύθμισης του εργατικού δικαίου, όπως είναι αυτή που διανύουμε, θεωρείται περισσότερο κρίσιμη από ποτέ η προστασία των εργαζομένων. Οι μισθωτοί, άλλωστε, αποτελούν το ασθενές μέρος στη σχέση τους με τον εργοδότη, αφού οι όροι εργασίας αλλοιώνονται εις βάρος τους. Ο φόβος της ανεργίας, ιδίως στον ιδιωτικό τομέα, τους αποτρέπει να διεκδικήσουν δυναμικά τα δικαιώματά τους και η αποχή τους από τις κινητοποιήσεις διατηρεί σε ισχύ τους επαχθείς όρους.
Συνεπώς, είναι αδήριτη η ανάγκη ρύθμισης των σχέσεων εργασίας κατά τέτοιο τρόπο ώστε να συμβιβάζεται η ελεύθερη αγορά με την ισορροπία στις σχέσεις εργασίας. Σε τελική ανάλυση, η συνταγματική κατοχύρωση των δικαιωμάτων των μισθωτών, και ιδιαίτερα της απεργίας που μας ενδιαφέρει εδώ, πρέπει να συμπίπτει απόλυτα με την πρακτική εφαρμογή τους. Από την άλλη πλευρά, η σύγχρονη τάση στο εργατικό δίκαιο, στις ανεπτυγμένες βιομηχανικά χώρες, προτείνει την επανεξέταση του όλου συστήματος του, ώστε οι εργασιακές σχέσεις να ρυθμίζονται με μεγαλύτερη ευκαμψία. Η τάση αυτή απορρύθμισης (αναπαλαίωσης)του εργατικού δικαίου πιστεύεται ότι θα συμβάλλει στον επαναπροσδιορισμό των όρων εργασίας και την προσαρμογή τους στις συγκεκριμένες συνθήκες, πράγμα που θα φέρει ισορροπία στην αγορά εργασίας και μείωση της ανεργίας. Με τις προτεινόμενες όμως αλλαγές ελλοχεύει ο κίνδυνος να αλλοιωθούν οι εργασιακές σχέσεις από το νόμο της απόλυτα ελεύθερης αγοράς με συνέπειες ανεπιθύμητες, ενώ ταυτόχρονα θα έχει αποδυναμωθεί το οπλοστάσιο άμυνας των εργαζόμενων. Οι όροι εργασίας ήδη έχουν αρχίσει να αλλάζουν. Η συνταγματική και νομοθετική κατοχύρωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων δεν εγγυάται και την εφαρμογή τους στην πράξη. Ο κίνδυνος της ανεργίας και το πρόβλημα επιβίωσης εμποδίζουν τους εργαζόμενους από την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών και ιδίως της απεργίας.
Οι απεργίες που κηρύσσονται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις στηρίζονται κυρίως από τους εργαζόμενους στο Δημόσιο, σε Ο.Τ.Α., στις Δ.Ε.Κ.Ο. και γενικά από όσους συνδέονται με σχέση μονιμότητας με τον εργοδότη τους. Η συντριπτική πλειοψηφία, ωστόσο, των απασχολούμενων στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, απέχει από την άσκηση του δικαιώματος της απεργίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δε συμμερίζεται τα προβαλλόμενα αιτήματα και δεν έχει ανάγκη και διάθεση να διεκδικήσει βελτίωση των εργασιακών δικαιωμάτων τους.
Σήμερα ίσως περισσότερο από κάθε άλλη φορά τα εργασιακά δικαιώματα πρέπει να προστατευτούν και να ενισχυθούν υπέρ του μάλλον αδύναμου μέρους των εργασιακών σχέσεων, αυτού των εργαζομένων.
1 Τραυλού – Τζανετάτου Δ., «Συνδικαλιστική Δράση στην επιχείρηση και Σύνταγμα», Εκδόσεις Αντ.Ν.Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1984, σελ.17
2 Τραυλού – Τζανετάτου Δ., «Συνδικαλιστική Δράση στην επιχείρηση και Σύνταγμα», Εκδόσεις Αντ.Ν.Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1984, σελ.41
3 Όπως ορθά επισημαίνεται από τη νομική θεωρία και τη νομολογία.
4 Το δικαίωμα της απεργίας προστατεύεται και από διεθνείς συμβάσεις εργασίας που έχει επικυρώσει η χώρα μας, μεταξύ των οποίων ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης, ο οποίος συνετάχθη το 1961 και επικυρώθηκε με τον νόμο 1426/1984(Μέρος Β΄, άρθρο 6§4), η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 4ης/11/1950(άρθρο 11), η οποία επικυρώθηκε από την χώρα μας με το ΝΔ 53/1974, η Διεθνής Σύμβαση Εργασίας 87/1948 που έχει επικυρώσει η χώρα μας με τον ΝΔ 4204/61(άρθρο 2) και τέλος το άρθρο 23IV της Διακηρύξεως Των Δικαιωμάτων Των Ανθρώπων των Ηνωμένων Εθνών.
5 Σχετικά νομοθετήματα: ν.509/47:«περί μέτρων ασφαλείας του κράτους και του κοινωνικού καθεστώτος» που περιείχε διατάξεις περιοριστικές της ελευθερίας κίνησης και δράσης των συνδικαλιστικών οργανώσεων·ν.512/1948:«περί μέτρων ασφαλείας των εταιρειών κλ.π. κοινής ωφέλειας διαρκούσης της ανταρσίας(νόμος περί εξυγιάνσεως)· ν.3239/1955 «για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις».
6 ΑΠΟλ 1100/86 ΕλΔ 28, 1014
7 ΕφΑθ 8092/83 ΔΕΝ 1984,667,ΕφΑθ8272/80
8 Λεκέας Γ.Σωκράτης, «Απεργία», Σειρά: «Πρακτική Εφαρμογή Εργατικού Δικαίου-Διεύθυνση Σειράς: Ληξουριώτης Ιωάννης», Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2002
9 Λεκέας Γ.Σωκράτης, «Απεργία», Σειρά: «Πρακτική Εφαρμογή Εργατικού Δικαίου-Διεύθυνση Σειράς: Ληξουριώτης Ιωάννης», Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2002
10 ΜΠρΛαμ 60/86, ΑρχΝ 37, 216,ΕΕργΔ 45/770 καθώς και ΜΠρΑθ 920/83. Μολαταύτα τη θέση αυτή δεν εναγκάλισαν τα ανώτερα δικαστήρια, χαρακτηρίζοντας τις εν λόγω απεργίες ως καταχρηστικές.
11 ΑΠΟλ964/85 ΕΕργΔικ 45,288
12 ΑΠ 895/81 ΕΕΝ 49/569
13 ΜΠρΗρ617/86 ΔΕΝ43, 767, ΕΕργΔ41, 22
14 ΜΠρΤριπ. 196/84, ΕΕΔ 1985,114 ΕφΑθην. 2467/79, ΕΕΔ 1981,513
15 Λεκέας Γ.Σωκράτης, «Απεργία», Σειρά: «Πρακτική Εφαρμογή Εργατικού Δικαίου-Διεύθυνση Σειράς: Ληξουριώτης Ιωάννης», Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2002
16 Καρακατσάνης, Συλλογικό Εργατικό, 1992,σελίδα 249
17 Λεβέντης Γεώργιος, «Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο», Β’εκδ., Εκδόσεις Δελτίου Εργατικής Νομοθεσίας, Αθήνα, 2007
18 Λεβέντης Γεώργιος, «Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο», 2η έκδοση, Εκδόσεις Δελτίου Εργατικής Νομοθεσίας, Αθήνα, 2007
19 Λεβέντης Γεώργιος, «Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο», 2η έκδοση, Εκδόσεις Δελτίου Εργατικής Νομοθεσίας, Αθήνα, 2007
20 ΕφΑθ5799/2001 ΔΕΕ 2001,1032
21 ΜΠρΠειρ3109/ΤοΣ10,220
22 ΜπρΑθ714/83 ΕΕργΔ42,260
23 Βλ. Δημητρόπουλου Α., Συνταγματικά Δικαιώματα, Γενικό μέρος.
24 Βλ.Γαρδίκα , Το δικαίωμα της απεργίας σε σχέση με το άρθρο 48 του Συντάγματος, ΕΕργΔ 44.735
25 Βλ.Καρακατσάνη, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο,εκδ.1992,παρ.380.
26 ΕφΑθ5799.2001 ΔΕΕ2001,1032
27 ΕφΘες3280/1991, ΕλΔ33,1292,ΜΠρΘες257/1989,Αρμ43,992
28 Λεβέντης Γεώργιος, «Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο», 2η έκδοση, Εκδόσεις Δελτίου Εργατικής Νομοθεσίας, Αθήνα, 2007,σελ.759
29 Βλ. ΑΠ 75/1998
30 57 ΕφΑθ 1048/1990 ΕλλΔνη 1993, σελ. 87
31 95 Βλ. Δημητρόπουλου Α., Σύστημα Συνταγματικού Δικαίου. Τόμος Γ’, Ημίτομος Ι, σελ. 176,υποσημ. 158 και Λεβέντη, όπ.παρ., σελ. 596, υποσημ. 1

Πηγή: http://www.judex.gr/-Κουμπούρη Όλγα
*η Κουμπούρη Όλγα είναι τριτοετής φοιτήτρια στην Νομική Σχολή Κομοτηνής
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Βλέπε, σώπα, πλήρωνε

Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Το μισθολόγιο έκτρωμα "έκλεισε" 2 χρόνια εφαρμογής χωρίς βαθμολογικές προαγωγές

Δύο χρόνια ζωής «έκλεισε» το μισθολόγιο της εξαθλίωσης (κυρίως για τους έχοντες λίγα χρόνια υπηρεσίας) και καμία βαθμολογική προαγωγή δεν πραγματοποιείται. Μετά την αρχική κατάταξη στις 1-11-2011, ο μόνιμος υπάλληλος συνεχίζει να παραμένει στον ίδιο βαθμό, αφού ο Ν.4024/2011, αναφέρει ότι οποιαδήποτε προαγωγή στον επόμενο βαθμό γίνεται μετά από αξιολόγηση. Και επειδή το "πάγωμα" αυτό της προαγωγής, "βολεύει" κατά πως φαίνεται το υπουργείο οικονομικών, μην περιμένετε αξιολόγηση για την ώρα.
Ο υπάλληλος που παραμένει στον ίδιο βαθμό εξελίσσεται μόνο μισθολογικά, όμως, όσο του επιτρέπουν τα Μισθολογικά Κλιμάκια του βαθμού στον οποίο έχει καταταγεί. Συγκεκριμένα οι συνάδελφοι που κατατάχτηκαν στο βαθμό ΣΤ δεν θα πάρουν ποτέ αύξηση, αφού υπάρχει μόνο ένα κλιμάκιο. Στο βαθμό Ε υπάρχουν τρία κλιμάκια οπότε μέσα σε 6 χρόνια οι συνάδελφοι θα δουν κάποια αύξηση, αλλά μετά ψύξη. Στο βαθμό Δ η κατάσταση είναι περίπου ίδια συγκριτικά με τον προηγούμενο βαθμό. Στο βαθμό Γ υπάρχουν 5 κλιμάκια, που σημαίνει πως οι συνάδελφοι θα έχουν μεγαλύτερη αύξηση των αποδοχών τους σε σχέση με τους συναδέλφους των προηγούμενων περιπτώσεων. Αυτοί, που, κατά την άποψή μου θίγονται λιγότερο, είναι οι συνάδελφοι του Β βαθμού, όπου ο νομοθέτης θέσπισε έως και 9 κλιμάκια. Αυτό, αυτόματα σημαίνει, πως κάθε τρία χρόνια θα υπάρχει αύξηση των αποδοχών τους μέχρι να συνταξιοδοτηθούν. Για τον Α βαθμό δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα, γιατί είναι ο βαθμός που αποδίδεται στους «λίγους» και «εκλεκτούς»...
Τα μισθολογικά κλιμάκια αποδίδονται ανά διετία για τους βαθμούς Ε, Δ, Γ και ανά τριετία για βαθμούς Β και Α.
ΒΑΘΜΟΙ ΚΑΙ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΑ ΚΛΙΜΑΚΙΑ
Στο βαθμό ΣΤ υπάρχει 1 μόνο κλιμάκιο (βασικός βαθμός 0)
Στο βαθμό Ε υπάρχουν 3 κλιμάκια (βασικός βαθμός 0, 1 και 2)
Στο βαθμό Δ υπάρχουν 4 κλιμάκια (βασικός βαθμός 0, 1, 2 και 3)
Στο βαθμό Γ υπάρχουν 5 κλιμάκια (βασικός βαθμός 0, 1, 2, 3 και 4)
Στο βαθμό Β υπάρχουν 9 κλιμάκια (βασικός βαθμός 0, 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7 και 8 )
Ανάλογα με το βαθμό και το ΜΚ που έχει ο κάθε υπάλληλος πληρώνεται με τον παρακάτω μισθό:

Κατηγορία
Βαθμός
Αύξηση
ΒΑΣΙΚΟΣ ΒΑΘΜΟΥ
ΜΚ0
ΜΚ1
ΜΚ2
ΜΚ3
ΜΚ4
ΜΚ5
ΜΚ6
ΜΚ7
ΜΚ8
2%
2%
2%
2%
2%
2%
2%
2%
ΠΕ
ΣΤ
1.092
Ε
10%
1.201
1.225
1.250
Δ
15%
1.381
1.409
1.437
1.466
Γ
15%
1.588
1.620
1.652
1.685
1.719
Β
20%
1.906
1.944
1.983
2.023
2.063
2.104
2.146
2.189
2.233
Α
10%
2.097
2.139
2.182
2.226
2.271
2.316
2.362
2.409
ΤΕ
ΣΤ
1.037
Ε
10%
1.141
1.164
1.187
Δ
15%
1.312
1.338
1.365
1.392
Γ
15%
1.509
1.539
1.570
1.601
1.633
Β
20%
1.811
1.847
1.884
1.922
1.960
1.999
2.039
2.080
2.122
Α
10%
1.992
2.032
2.073
2.114
2.156
2.199
2.243
ΔΕ
ΣΤ
858
Ε
10%
944
963
982
1.002
Δ
15%
1.086
1.108
1.130
1.153
1.176
Γ
15%
1.249
1.274
1.299
1.325
1.352
1.379
Β
20%
1.499
1.529
1.560
1.591
1.623
1.655
1.688
ΥΕ
ΣΤ
780
Ε
10%
858
875
893
911
929
948
Δ
15%
987
1.007
1.027
1.048
1.069
1.090
1.112
Γ
15%
1.135
1.158
1.181
1.205
1.229
1.254
1.279
1.305
1.331
Από τα παραπάνω εξάγουμε τα εξής συμπεράσματα:
Ο υπάλληλος της κατηγορίας ΥΕ μετά από 35 χρόνια δουλειάς και εφ όσον τον κρίνουν εξελίξιμο σε όλους τους βαθμούς της κατηγορίας του έχει ως τελευταίο μισθό 1089 ευρώ μεικτά ή 800 ευρώ περίπου καθαρά( ενδέχεται και λίγο λιγότερα) !!!!!!!
Ο υπάλληλος της κατηγορίας ΔΕ μετά από 35 χρόνια δουλειάς και εφ όσον τον κρίνουν εξελίξιμο σε όλους τους βαθμούς της κατηγορίας του έχει ως τελευταίο μισθό 1497 ευρώ μεικτά ή 1100 ευρώ περίπου καθαρά (ενδέχεται και κάπως λιγότερα)!!!
Ο υπάλληλος της κατηγορίας ΤΕ ότι μετά από 35 χρόνια δουλειάς και εφ όσον τον κρίνουν εξελίξιμο σε όλους τους βαθμούς της κατηγορίας του και εφόσον είναι ένας από τους ελάχιστους που θα πάρουν το βαθμό Α έχει ως τελευταίο μισθό 1992 ευρώ μεικτά ή 1500 ευρώ περίπου καθαρά !!!
Ο υπάλληλος της κατηγορίας ΠΕ μετά από 35 χρόνια δουλειάς και εφ όσον τον κρίνουν εξελίξιμο σε όλους τους βαθμούς της κατηγορίας του και εφόσον είναι ένας από τους ελάχιστους που θα πάρουν το βαθμό Α’, έχει ως τελευταίο μισθό 2096 ευρώ μεικτά ή 1600 ευρώ περίπου καθαρά !!!

Τώρα σε αυτές τις μεικτές απολαβές:
Προσθέστε και 50 ευρώ εφόσον ο υπάλληλος έχει ένα παιδί ή 70 ευρώ για δυο παιδιά και 120 ευρώ για τρία παιδιά κλπ και μέχρις τα παιδιά να φθάσουν στην ηλικία των 19 ετών ή 24 ετών εφόσον φοιτούν στην ανώτερη ή ανώτατη εκπαίδευση
Έαν κάποιος από τους υπαλλήλους κριθεί(;) σε θέση ευθύνης παίρνει και τα ανάλογα επιδόματα
α) Προϊστάμενοι Γενικών Διευθύνσεων Διοίκησης, επτακόσια ευρώ (€700)
β) Προϊστάμενοι Διευθύνσεων Διοίκησης, τετρακόσια ευρώ (€400)
γ) Προϊστάμενοι Τμημάτων Διοίκησης διακόσια πενήντα ευρώ (€250)
δ) Προϊστάμενοι Παιδικών Σταθμών, εκατό ευρώ (€100).
Οι προϊστάμενοι διοίκησης των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ δικαιούνται τα ανωτέρω ποσά σε ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%).
Η κωμωδία του ενιαίου μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων φαίνεται και στον παρακάτω πίνακα. Συνεχίζουν να υπάρχουν παρά την κρίση υπάλληλοι πολλών ταχυτήτων...

Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....