Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Συναισθηματική βία στην εργασία: Όταν η δουλειά γίνεται κόλαση

Ο χώρος εργασίας αποτελεί ένα πλαίσιο στο οποίο ο κάθε άνθρωπος δίνει σημαντικό μέρος του χρόνου και της ενέργειάς του, εναποθέτει πολλές προσδοκίες και βιώνει έντονα συναισθήματα. Ως σύστημα βρίσκεται σε άμεση συσχέτιση και αλληλεξάρτηση με το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, παρουσιάζει δυσλειτουργίες και οι εργαζόμενοι μπορεί να βιώσουν τραύματα που θα τους οδηγήσουν σε καταστάσεις υψηλού κινδύνου για τη διαταραχή της σωματικής και ψυχικής τους υγείας.
Μία απ’ αυτές τις καταστάσεις υψηλού κινδύνου αποτελεί και η συναισθηματική βία γνωστή στη διεθνή βιβλιογραφία ως «mobbing».
Ο πρώτος μελετητής που ασχολήθηκε με το φαινόμενο αυτό, είναι ο Leymann H ο οποίος την δεκαετία του ΄80 περιγράφει το σύνολο των αρνητικών επιδράσεων στην υγεία από την ηθική παρενόχληση στους εργασιακούς χώρους ως «σύνδρομο mobbing».
Ο όρος mobbing προέρχεται από την αγγλική λέξη mob που σημαίνει επιτίθεμαι, περικυκλώνω, ενοχλώ και εκφράζει σήμερα τη συστηματική ψυχολογική επίθεση και στρατηγική περιθωριοποίησης που δέχονται στο εργασιακό περιβάλλον, από τους ιεραρχικά ανώτερους ή και τους συναδέλφους οι ανεπιθύμητοι για διάφορους λόγους εργαζόμενοι. Ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε το 1800 από τους Βρετανούς βιολόγους, στην περιγραφή της επιθετικής συμπεριφοράς κατά την πτήση ορισμένων αποδημητικών πουλιών. Το 1966 ο ηθολόγος Konhrad Lorend το χρησιμοποιεί για να ερμηνεύσει την εχθρική συμπεριφορά της πλειονότητας της αγέλης, έναντι των αδυνάτων ζώων της ίδιας ράτσας. Με τον όρο παρενόχληση στο χώρο εργασίας εννοούμε κάθε καταχρηστική συμπεριφορά που εκδηλώνεται με λόγια, πράξεις

Η Συναισθηματική Βία (Mobbing) στο χώρο εργασίας
Βαγγέλης Φουστέρης, Μ.Med.sc.κοινωνικής ψυχιατρικής-κοινωνιολόγος
Ο χώρος εργασίας αποτελεί ένα πλαίσιο στο οποίο ο κάθε άνθρωπος δίνει σημαντικό μέρος του χρόνου και της ενέργειάς του, εναποθέτει πολλές προσδοκίες και βιώνει έντονα συναισθήματα. Ως σύστημα βρίσκεται σε άμεση συσχέτιση και αλληλεξάρτηση με το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, παρουσιάζει δυσλειτουργίες και οι εργαζόμενοι μπορεί να βιώσουν τραύματα που θα τους οδηγήσουν σε καταστάσεις υψηλού κινδύνου για τη διαταραχή της σωματικής και ψυχικής τους υγείας.
Μία απ’ αυτές τις καταστάσεις υψηλού κινδύνου αποτελεί και η συναισθηματική, βία γνωστή στη διεθνή βιβλιογραφία ως «mobbing».
Ορίζεται ως σύνδρομο και αποτελεί μια συστηματική και διαρκή παρενόχληση και επιθετική συμπεριφορά στον εργαζόμενο από συναδέλφους του ή, / και ανωτέρους του, με στόχο τη δυσχερή εργασιακή του κατάσταση, περιθωριοποίησή του και τέλος την απομάκρυνσή του από την εργασία με έντονες επιπτώσεις ψυχολογικές, κοινωνικές και επαγγελματικές.
Το mobbing που πρώτος όρισε, ερεύνησε και ανέλυσε ο Heinz Leymann διερευνάται επιστημονικά ως φαινόμενο τα τελευταία 20 χρόνια και εμφανίζεται σε διαφορετικό ποσοστό ανά χώρα: Το φαινόμενο στη Φιλανδία ανέρχεται στο 16%, στο Ηνωμένο Βασίλειο 14%, στη Σουηδία το 12%, στο Βέλγιο το 11%, Ισπανία και Πορτογαλία 5%.. Στην Ελλάδα, παρόλο που το φαινόμενο ελάχιστα έχει διερευνηθεί, υπολογίζεται ότι ανέρχεται στο 5%. Το φύλο, η ηλικία, η θρησκεία, η εκπαίδευση, καθώς και η κοινωνική διαφορετικότητα και θέση φαίνεται ότι είναι παράγοντες που αυξάνουν τις πιθανότητες να υποστεί βία ο εργαζόμενος.
Οι ευπαθείς ομάδες, λόγω των ψυχοκοινωνικών τους χαρακτηριστικών, αποτελούν ομάδα υψηλού κινδύνου στο να υποστούν ψυχολογική βία. Το γεγονός αυτό μπορεί να λειτουργήσει επιβαρυντικά στην ψυχική τους υγεία, θέτοντας ένα επιπλέον εμπόδιο την κοινωνική τους ένταξη.
Η αντιμετώπιση του φαινομένου δεν είναι εύκολη λόγω του τρόπου εμφάνισής της. Ωστόσο, οι παρεμβάσεις για την αντιμετώπισή του μπορούν να απευθυνθούν είτε στο ίδιο το άτομο (ψυχοθεραπευτική παρέμβαση), με στόχο την ψυχολογική του αποκατάσταση, είτε στο εργασιακό πλαίσιο με δράσεις ενημέρωσης, παρεμβάσεων πρόληψης αλλά και εκπαίδευσης όλου του προσωπικού των χώρων εργασίας.
γραπτά μηνύματα και μπορεί να ζημιώσει την προσωπικότητα, την αξιοπρέπεια ή τη σωματική ή ψυχική ακεραιότητα του ατό-μου να θέσει σε κίνδυνο την εργασία του ή να διαταράζει το εργασιακό κλίμα.
Το σύνδρομο αυτό δεν αποτελεί μια αυτούσια νοσολογική οντότητα, αλλά το πλαίσιο για επανειλημμένες ψυχολογικές ή άλλου τύπου και βαθμού επιθέσεις.
Η απασχόληση βιώνεται ως απάνθρωπη και οι εργαζόμενοι αισθάνονται ότι είναι αποκλεισμένοι από τους χώρους εργασίας χωρίς να έχουν τις φυσιολογικές δυνατότητες να αντιμετωπίσουν αυτή την κατάσταση. Κατ΄επανάληψη υβριστικές συμπεριφορές, εντός ή εκτός της επιχείρησης ή του οργανισμού, που εκδηλώνονται ειδικότερα με ενέργειες, λόγια, εκφοβισμούς, πράξεις, χειρονομίες και τρόπους οργάνωσης της εργασίας, αποτελούν κάποιες από τις εκδηλώσεις αυτού του συνδρόμου.
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Υγεία αναφέρει το mobbing σαν έναν από τους σοβαρότερους βλαπτικούς παράγοντες για την υγεία των εργαζομένων, αναφέροντας μία σαφή σχέση του άγχους με το mobbing, το οποίο οδηγεί στην εργασιακή ανασφάλεια. Η διάσταση του προβλήματος στην Ευρώπη και κατ΄επέκταση στην Ελλάδα δεν είναι μικρή.
Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαικής Ένωσης το 9% των εργαζομένων, περίπου 12 εκατομμύρια, έχουν παρενοχληθεί συναισθηματικά στο χώρο εργασίας τους. Το φαινόμενο στη Φιλανδία ανέρχεται στο 16%, στο Ηνωμένο Βασίλειο 14%, στη Σουηδία το 12%, στο Βέλγιο το 11%, Ισπανία και Πορτογαλία 5%.
Στην Ελλάδα, παρόλο που το φαινόμενο ελάχιστα έχει διερευνηθεί, υπολογίζεται ότι ανέρχεται στο 5%. Τα παραπάνω στοιχεία έχουν οδηγήσει διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες, όπως την Ιταλία, Σουηδία, Γερμανία, να το εντάσσουν στη νομοθεσία τους και να αναγνωρίζουν το σύνδρομο για το οποίο μιλάμε ως επαγγελματική ασθένεια και ως βασική αιτία για την εκδήλωση σοβαρών ατυχημάτων.
Το mobbing μέσα σε ένα χώρο εργασίας μπορεί να είναι δύο ειδών: 1) Οριζόντιο, 2) Κάθετο.
Με την οριζόντια συναισθηματική βία εννοούμε την παρενόχληση από συναδέλφους σε συνάδελφο. Αυτή μπορεί να προέλθει από την άρνηση της ομάδας να αποδεχτεί το διαφορετικό (γυναίκα, αποφυλακισμένοι, πρώην εξαρτημένοι), από φθόνο για κάτι που δεν έχουν οι άλλοι (ομορφιά, νιάτα, πλούτη, κοινωνικότητα, κλπ.) ή από προσωπικές εχθρότητες.
Ως κάθετη συναισθηματική βία εννοείται η παρενόχληση που δέχεται ο εργαζόμενος από τους προϊσταμένους του. Είναι συνηθέστερο φαινόμενο σήμερα ότι ο υπάλληλος πρέπει να δέχεται τα πάντα προκειμένου να διατηρήσει τη δουλειά του. Έτσι, ο προϊστάμενος μπορεί να διοικεί με τρόπο τυραννικό ή διεστραμμένο. Αυτό κυρίως προκαλείται μέσα από το συ-ναίσθημα του φόβου για το χάσιμο του ελέγχου ή μπορεί να προέρχεται μέσα από την ανάγκη του επιτιθέμενου να συνθλίβει τους άλλους για να ανέβει ο ίδιος κοινωνικά (διαστροφή).

Πώς εμφανίζεται η ψυχολογική βία
Το mobbing είναι ένα σύνθετο φαινόμενο που δεν εντοπίζεται εύκολα σε ένα χώρο εργασίας, έχοντας υπόψη και τις υπόλοιπες δυναμικές που αναπτύσσονται μεταξύ των εργαζομένων. Ωστόσο, το άτομο που δέχεται τη βία χάνει προοδευτικά την υπόστασή του, το σεβασμό των άλλων, την αυτοεκτίμησή του, τον ενθουσιασμό του για το αντικείμενο εργασίας, την αξιοπρέπειά του και τέλος την υγεία του.
Ο Leymann H.έχει εντοπίσει 45 βλαπτικές συμπεριφορές (LIPT, Leymann Inventary of Psycological Terrorism) ενάντια στο θύμα, ενταγμένες σε πέντε μεγάλες κατηγορίες που αναφέρονται στην επικοινωνία, τις σχέσεις, το κοινωνικό status, την επαγγελματική θέση και την υγεία.
Επιπλέον, οι Knorz e Zapf σε μια ερευνητική δουλειά τους εμπλούτισαν τον κατάλογο και με άλλες 39 βλαπτικές συμπεριφορές, όπως ενδεικτικά:
• Ξαφνικά εξαφανίζονται ή καταστρέφονται εργαλεία χωρίς να αντικαθίστανται.
• Καβγάδες και εμπλοκές βίας είναι συχνές ή πιο συχνές με τους συναδέλφους.
• Καπνίζουν μπροστά σου αν και γνωρίζουν ότι σε ενοχλεί.
• Μπαίνοντας σ΄ ένα χώρο εργασίας όπου βρίσκονται συνάδελφοι, οι συζητήσεις σταματάνε ξαφνικά.
• Δεν ενημερώνεσαι, όπως οι συνάδελφοι, για τις τελευταίες ειδήσεις ή πληροφορίες που αφορούν τη δουλειά σου.
• Σε κουτσομπολεύουν για διάφορους λόγους.
• Σου αναθέτουν ξαφνικά καθήκοντα υποβιβασμένα σε σχέση με τη θέση σου και τις δεξιότητες που έχεις.
• Αισθάνεσαι ότι παρακολουθούν με λεπτομέρεια κάθε κίνησή σου (τι ώρα έρχεσαι και φεύγεις από τη δουλειά).
• Σε κανένα αίτημά σου δεν έχεις απάντηση.
• Σε κατηγορούν συχνά για πολύ μικρές αιτίες.
• Σε προσβάλλουν συχνά για να αντιδράσεις βίαια.
• Αισθάνεσαι αποκλεισμένος από την κοινωνική ζωή.
• Συχνά σε γελοιοποιούν.
• Όλες οι προτάσεις σου απορρίπτονται.
• Αμείβεσαι λιγότερο σε σχέση με άλλους συναδέλφους με κατώτερη θέση.

Οι πρωταγωνιστές
• Ο επιτιθέμενος
• Το θύμα
• Οι θεατές
O Walter H. χαρακτηρίζει το θύμα του mobbing ως ένα άτομο το οποίο:
• Απουσιάζει συχνά από τη δουλειά του για διάφορους λόγους (αρρώστιες, σπουδαστικές άδειες, άδειες μητρότητας, κλπ.).
• Υποφέρει από άγχος ψυχικό, εμφανίζει ψυχοσωματικά φαινόμενα και περνάει συχνά από φάσεις που υπάρχει στοχοποίηση.
• Η 1η φάση: Η στοχευμένη σύγκρουση. Η γενική σύγκρουση που υπάρχει στο χώρο εργασίας κατευθύνεται προς ένα συγκεκριμένο άτομο. Ο στόχος είναι να εξοντωθεί ο εργαζόμενος, στόχος που δεν περιορίζεται μόνο στον χώρο εργασίας, μα και στην ιδιωτική σφαίρα του εργαζόμενου.
• Η 2η φάση: Η αρχή της ψυχολογικής βίας. Στο θύμα δεν έχουν εμφανισθεί ακόμη συμπτώματα αλλά βιώνει την αποσταθεροποίηση που αναπτύσσεται στο χώρο εργασίας.
• Η 3η φάση: Το θύμα αρχίζει να εμφανίζει προβλήματα υγείας.
Αισθάνεται ανασφάλεια, έχει αϋπνίες και γαστροεντερολογικές ενοχλήσεις.
• H 4η φάση: Η προβληματική κατάσταση που εξελίσσεται γίνεται γνωστή στο χώρο εργασίας. Η διοίκηση δεν διαχειρίζεται σωστά την κατάσταση. Οι απουσίες από την εργασία είναι όλο και πιο συχνές από το θύμα.
• Η 5η φάση: Σε αυτή την φάση υπάρχει σοβαρή επιδείνωση της υγείας του θύματος. Το θύμα ανατρέχει είτε σε φάρμακα είτε σε θεραπεία. Η διοίκηση συνεχίζει τους αδέξιους χειρισμούς της.
• Η 6η φάση: Το θύμα εγκαταλείπει την εργασία εθελοντικά ή με απόφαση της διοίκησης.

Επιπτώσεις της ψυχολογικής βίας
Στην υγεία των εργαζομένων
Σωματικές ενοχλήσεις
• Ημικρανίες
• Πονοκέφαλοι
• Ταχυκαρδίες
• Πόνοι στις αρθρώσεις
• Γαστροεντερολογικές ενοχλήσεις
• Ίλιγγος
• Βήχας
• Επιπτώσεις στη σεξουαλικότητα
• Ορμονικές διαταραχές

Ψυχικές ενοχλήσεις
• Κατάθλιψη
• Εξάντληση
• Κρίσεις πανικού
• Διάσπαση προσοχής
• Απομόνωση
• Αβεβαιότητα
• Χαμηλή αυτοεκτίμηση
• Εναντιωματικές συμπεριφορές

Στην επιχείρηση
• Χαμένες εργασιακές ώρες
• Μείωση της παραγωγικότητας
• Βλάβη στην ποιότητα των προϊόντων
• Οικονομικές βλάβες προερχόμενες από τυχόν αγωγές.

Στο κοινωνικό επίπεδο
• Δυσκολία ένταξης του ατόμου κατάθλιψης και ιδέες αυτοκτονίας.
• Βλέπει τον εαυτό του στο χώρο της εργασίας «σαν παθητικό» (δεν με αφήνουν να συμμετέχω).
• Είναι πεπεισμένος πάντα ότι δεν «φταίει» για τίποτα.
• Από την άλλη πιστεύει ότι κάνει πάντα λάθος.
• Δεν έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του.
• Απορρίπτει κάθε ευθύνη.
Ο Huber καθόρισε τέσσερις τύπους ατόμων που κινδυνεύουν από ψυχολογική βία στην εργασία:
• Ένα άτομο μόνο.
• Ένα άτομο «περίεργο».
• ‘Ένα άτομο που έχει επιτυχία.
• Ο νεοπροσληφθείς.
Σύμφωνα πάντα με τον Walter H., οι επιτιθέμενοι είναι άτομα τα οποία:
• Επιλέγουν πάντα επιθετική συμπεριφορά.
• Γι΄αυτούς η επιθετική συμπεριφορά είναι τρόπος ζωής.
• Γνωρίζουν πολύ καλά ότι τρομοκρατούν συναισθηματικά το συνάδελφο, αποποιούμενοι την ευθύνη γι΄αυτό (είναι δικό του φταίξιμο εάν τον μεταχειριζόμαστε έτσι).
• Δεν αποδέχονται τις αρνητικές επιπτώσεις που θα έχει η συναισθηματική βία για το θύμα.
• Όχι μόνο δεν είναι πεπεισμένοι ότι πλήττουν τα θύματα, αλλά αντίθετα πιστεύουν ότι κάνουν κάτι καλό σ’ αυτά.
• Δίνουν σε άλλους την ευθύνη για την συμπεριφορά τους.

Θεατές
• Θετικοί προς τον επιτιθέμενο: Υποστηρίζουν τον επιτιθέμενο με οποιοδήποτε μέσο.
• Αδιάφοροι: Δεν εμπλέκονται καθόλου μεταξύ των εμπλεκομένων.
• Αρνητικοί προς όλη την κατάσταση: Προσπαθούν να βοηθήσουν το θύμα και να δώσουν λύση στη σύγκρουση που εξελίσσεται.

Αιτιολογικοί παράγοντες
• Κακός καταμερισμός εργασίας και κακή οργάνωση.
• Εργασιακά καθήκοντα: Η μονοτονία οδηγεί και σε άλλες συμπεριφορές προκειμένου ο εργαζόμενος να ξεφύγει.
• Ο τρόπος διοίκησης.
• Η δυναμική της ομάδας εργασίας.
Οι παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση του mobbing μπορούν να απευθυνθούν είτε στο ίδιο το άτομο (ψυχοθεραπευτική παρέμβαση) με στόχο την ψυχολογική του αποκατάσταση είτε στο εργασιακό πλαίσιο.
Η αντιμετώπιση του φαινομένου δεν είναι εύκολη, λόγω του τρόπου εμφάνισής της. Ωστόσο, όσο νωρίτερα εντοπισθεί το φαινόμενο είτε από τον εργαζόμενο είτε από την επιχείρηση, τόσες περισσότερες πιθανότητες υπάρχουν να αντιμετωπισθεί η κατάσταση.

Κείμενο από το περιοδικό ΑΤΗ. Ευχαριστούμε τον ψυχίατρο κ. Τζεφεράκο
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

«Δομική βία» και συνθήκες ζωής

Συχνά η ανεργία, η φτώχεια, η ανημποριά αποδίδονται στο άτομο. Στο άτομο θα αναζητηθούν επίσης ευθύνες όταν αυτά, στερούμενα τα αναγκαία μέσα και πόρους, θα «επινοήσουν», παρά το αυξημένο ρίσκο ακόμη και για την ίδια τους τη ζωή, τεχνικές επιβίωσης («κλοπή» ηλεκτρικού ρεύματος, καύση μαγκαλιών, «παράνομη» απόσπαση επιδομάτων κ.ά.). Ωστόσο η κατάσταση ανεργίας, η αδυναμία καταβολής του ενοικίου ή πληρωμής του ηλεκτρικού ρεύματος πολύ λίγο έχουν να κάνουν με το άτομο και τη θέλησή του. Οι καταστάσεις αυτές έχουν να κάνουν όμως με τη δομή της αγοράς εργασίας που καθιστά το άτομο περιττό και το «ξεβγάζει», αποκλείοντάς το από την πρόσβαση στα βασικά αγαθά.
Επομένως, στον βαθμό που κοινωνικά δεδομένα (ανεργία, εξαθλίωση, έκπτωση κ.ά.) ανάγονται σε μη κοινωνικά, δηλαδή σε ατομικά δεδομένα (θέληση, επιθυμία, πρόθεση) η κοινωνική ανάλυση μετατρέπεται σε μια ψυχολογία των ατομικών διαφορών και η συζήτηση ιδεολογικοποιείται. Βεβαίως είναι άλλο ζήτημα να εξετάζουμε τη σχέση δομικών παραγόντων (τρόπος οργάνωσης της εργασίας, κρατικές πολιτικές κ.λπ.) και ατομικών καταστάσεων όπως διαμεσολαβούνται πολιτισμικά για να εξηγήσουμε τους λόγους που περιορίζουν ή διευρύνουν τις δυνατότητες των ατόμων (πολιτισμικό κεφάλαιο, γλωσσικές πρακτικές, έξεις κ.λπ.).
Εν τούτοις αν θεωρήσουμε τις δομές υπεύθυνες για την επιδείνωση των συνθηκών ζωής (εργασία, στεγαστικές συνθήκες, υγεία, εκπαίδευση κ.λπ.), θα πρέπει να εντοπίσουμε τις ευθύνες σε κοινωνικά στρώματα που ελέγχουν και διαχειρίζονται τους ανθρώπινους και φυσικούς πόρους, τόσο τυπικά (πολιτική εξουσία) όσο και ουσιαστικά (μερίδες της αστικής τάξης).
Και αυτό γιατί η συγκεντροποίηση πλούτου στα χέρια, λόγου χάρη, μιας μερίδας της αστικής τάξης (τράπεζες) συμβαδίζει με την αφαίρεση πόρων και μέσων από μεγάλα τμήματα του πληθυσμού που περιπίπτουν γι’ αυτό στην ανεργία, στην ένδεια, στην ανημποριά και στην αναξιοπρέπεια. Αυτή συμβαδίζει επίσης με την απόσπαση απλήρωτης εργασίας (υπερεργασία) αλλά και με την απόσπαση μεγαλύτερου μέρους από το κοινωνικό πλεόνασμα που ιδιοποιούνται αστικά στρώματα. Εδώ δεν πρόκειται για λάθη και αστοχίες, αλλά για συνειδητές επιλογές με την έννοια ότι οι οικονομικές και οι πολιτικές «ελίτ» γνωρίζουν ότι αυτές προκαλούν τον ανθρώπινο πόνο, την προσωπική έκπτωση και τον κοινωνικό αποκλεισμό μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού. Μ’ αυτή την έννοια μπορούμε να μιλήσουμε για «δομική βία» (J. Galtung), δηλαδή για βία που απορρέει από τις ίδιες τις δομές, έστω κι αν οι ευθύνες δεν μπορούν να προσωποποιηθούν.
Εφόσον μάλιστα η δύναμη ορισμού της πραγματικότητας δεν μονοπωλούνταν από την τάξη που ελέγχει το σύστημα της υλικής παραγωγής, συνεπώς και τα μέσα της πνευματικής, θα είχαμε να κάνουμε με μια μορφή εγκληματικότητας, ας πούμε κάτι αντίστοιχο με τα «εγκλήματα λευκού κολάρου», παρ’ όλο που αυτή η μορφή εγκληματικότητας δεν μπορεί να προσδιοριστεί από τον θετικιστικό ορισμό του εγκλήματος, καθώς δεν υπάρχει παραβίαση του νόμου. Το γεγονός αυτό υποδεικνύει και τη σχετικότητα του θετικιστικού παραδείγματος, αλλά και την «αντικειμενικότητα» του νόμου.
Για να γίνει κατανοητό τι εννοούμε με την έννοια της «δομικής βίας» καλό είναι, ακολουθώντας τη συλλογιστική του K. Lenk, να κάνουμε πρώτα μια διάκριση μεταξύ άμεσης προσωπικής (εξατομικευμένης) βίας και έμμεσης βίας των δομών. Ενώ στην πρώτη περίπτωση έχουμε ένα υποκείμενο που ασκεί βία, συνεπώς οι επιπτώσεις είναι περιορισμένες, στη δεύτερη περίπτωση, και αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά, οι επιπτώσεις είναι ευρύτερες, επειδή επηρεάζονται οι συνθήκες ζωής μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων και περιορίζονται καθοριστικά οι προσδοκίες και οι δυνατότητες ολοκλήρωσης των ατόμων. Η ύπαρξη της δομικής βίας μπορεί να διαπιστωθεί από το χαμηλό βιοτικό επίπεδο και τις χαμηλές φιλοδοξίες των κοινωνικών στρωμάτων που υστερούν σε πόρους και μέσα. Κοινωνικοί δείκτες που προσμετρούν τις επιπτώσεις της δομικής βίας είναι μεταξύ άλλων η ανεργία που ρίχνει στην εξαθλίωση, στην ανημποριά και στην αναξιοπρέπεια ολόκληρες γενιές, η μεταναστευτική έξοδος, το προσδόκιμο ζωής που τα τελευταία χρόνια μειώνεται, η αύξηση των αστέγων, το ισχνό κοινωνικό κεφάλαιο, η βρεφική θνησιμότητα, η σχολική διαρροή, η επιβάρυνση της ψυχικής και σωματικής υγείας κ.ά. Αν, λοιπόν, σε μια κοινωνία, οι συνθήκες ζωής και οι αντίστοιχες προσδοκίες των αστικών στρωμάτων βρίσκονται σε απόσταση από τις αντίστοιχες των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων (κοινωνικές ανισότητες) στην κοινωνία αυτή υπάρχει, έστω και αν οι δράστες δεν είναι ορατοί, δομική βία.
Συνεπώς η παρεμπόδιση πρόσβασης σε μέσα και πόρους, που παγιώνεται με την εμπορευματοποίηση των δημόσιων αγαθών, που είναι όμως απαραίτητοι για την ικανοποίηση στοιχειωδών αναγκών, συνιστά δομική βία. Δομική βία συνιστά επίσης η απόσπαση αυτών των πόρων από την κοινωνία και η ιδιοποίησή τους από το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα, το κατασκευαστικό και εκδοτικό κεφάλαιο, τη στιγμή μάλιστα που δεν διασφαλίζονται ούτε καν στοιχειωδώς τα συμφέροντα της κοινωνίας και της χώρας. Η επιλογή και η ανάπτυξη, λόγου χάρη, των εξοπλιστικών προγραμμάτων της χώρας οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη και τα συμφέροντα του ΝΑΤΟ, ενώ αμφιλεγόμενη είναι και η επιχειρησιακή τους δυνατότητα, καθώς οι «εισηγήσεις» των αρμοδίων (στρατιωτικών και πολιτικών), όπως διαφαίνεται, προέκυπταν κατόπιν συναλλαγής. Από την άλλη, η κατάργηση των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων που προστατεύουν την κοινωνία και τη ζωή από την εμπορευματοποίηση των πάντων (K. Polanyi), κατάργηση που φθείρει και εξοντώνει την ανθρώπινη ύπαρξη (εργατικά ατυχήματα, πτώση του βιοτικού επιπέδου, οικολογικές καταστροφές), θα μπορούσε να καταλογιστεί στις οικονομικές και πολιτικές «ελίτ» και να αξιολογηθεί ως εγκληματική ενέργεια, εφόσον η δύναμη χαρακτηρισμού δεν μονοπωλούνταν, όπως είδαμε παραπάνω, από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και εφόσον οι άνισες σχέσεις ισχύος δεν απέκλειαν από τα πεδία άσκησης εξουσίας τα κατώτερα στρώματα.

Του Θανάση Αλεξίου Καθηγητή Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....